Φιντέλ Κάστρο: Ο Επαναστατικός Μύθος και η Πραγματικότητα της Τυραννίας Γράφει ο Κώστας Χ. Βασιλάκης
Για δεκαετίες, η μορφή του Φιντέλ Κάστρο λειτούργησε ως ένα είδος πολιτικού “Rorschach test” για τη δυτική αριστερά. Εκεί που οι υπέρμαχοι των ανθρωπίνων δικαιωμάτων έβλεπαν έναν αδίστακτο δικτάτορα, μια μερίδα στρατευμένων «διανοουμένων» και πολιτών έβλεπε έναν ρομαντικό Δαβίδ που ύψωσε το ανάστημά του απέναντι στον αμερικανικό Γολιάθ. Ωστόσο, η ιστορική αλήθεια, απαλλαγμένη από τα φίλτρα της ιδεολογικής ψιμυθίωσης, αποκαλύπτει μια εντελώς διαφορετική εικόνα: μια διακυβέρνηση που θεμελιώθηκε στον φόβο, την καταστολή και την πλήρη εξάρθρωση κάθε δημοκρατικής έννοιας.
Η Προδοσία της Δημοκρατικής Υπόσχεσης
Η μεγαλύτερη ιστορική απάτη του Κάστρο ξεκίνησε πριν καν την κατάληψη της εξουσίας. Το κίνημα της “26ης Ιουλίου” δεν παρουσιάστηκε αρχικά ως κομμουνιστικό. Στο “Μανιφέστο της Σιέρα Μαέστρα”, ο Κάστρο υποσχόταν την αποκατάσταση του προοδευτικού Συντάγματος του 1940, τη διενέργεια ελεύθερων εκλογών εντός ενός έτους και την ελευθερία του τύπου.
Μόλις ο Φουλχένσιο Μπατίστα τράπηκε σε φυγή την 1η Ιανουαρίου 1959, η μάσκα άρχισε να πέφτει. Οι εκλογές αναβλήθηκαν επ’ αόριστον με το διαβόητο σύνθημα “¿Elecciones para qué?” (Εκλογές για ποιο λόγο;). Η δημοκρατία δεν ήταν ο στόχος, αλλά το όχημα. Ο Κάστρο δεν αντικατέστησε μια δικτατορία με μια δημοκρατία, αλλά μια αυταρχική και διεφθαρμένη τυραννία με έναν ολοκληρωτικά αυταρχικό μηχανισμό που ήλεγχε όχι μόνο το σώμα, αλλά και τη σκέψη των πολιτών.
Η Αρχιτεκτονική του Τρόμου: La Cabaña και UMAP
Η εδραίωση του καθεστώτος δεν έγινε με πειθώ, αλλά με αίμα. Στους πρώτους μήνες της επανάστασης, το φρούριο La Cabaña στην Αβάνα μετατράπηκε σε σφαγείο. Υπό την άμεση επίβλεψη του Τσε Γκεβάρα, εκατοντάδες άνθρωποι εκτελέστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες. Πολλοί από αυτούς δεν ήταν καν υποστηρικτές του Μπατίστα, αλλά πρώην σύμμαχοι του Κάστρο που εξέφρασαν επιφυλάξεις για την απότομη στροφή προς τον σοβιετισμό. Μετά την πτώση του καθεστώτος Μπατίστα την 1η Ιανουαρίου 1959, ο Τσε Γκεβάρα διορίστηκε διοικητής του φρουρίου La Cabaña και υπεύθυνος του Comisión Depuradora (Επιτροπή Εκκαθάρισης). Ο ίδιος ο Τσε Γκεβάρα δεν προσπάθησε ποτέ να κρύψει αυτή τη δράση του. Στη διαβόητη ομιλία του στον ΟΗΕ στις 11 Δεκεμβρίου 1964, κατά τη 19η Γενική Συνέλευση δήλωσε κυνικά: «Εκτελέσεις; Ναι, εκτελέσαμε. Εκτελούμε και θα συνεχίσουμε να εκτελούμε όσο είναι απαραίτητο. Ο αγώνας μας είναι ένας αγώνας μέχρι θανάτου». Η ακριβής φράση, ΟΠΩΣ ΚΑΤΑΓΡΑΦΕΤΑΙ ΣΤΑ ΕΠΙΣΗΜΑ ΑΡΧΕΙΑ του ΟΗΕ και στις μεταφράσεις της εποχής, είναι η εξής: “Fusilamientos? Sí, hemos fusilado; fusilamos και seguiremos fusilando mientras sea necesario. Nuestra lucha es una lucha a muerte.” (Πρωτότυπο στα Ισπανικά)
Ακόμα πιο σκοτεινή σελίδα αποτελούν οι UMAP (Unidades Militares de Ayuda a la Producción). Στα μέσα της δεκαετίας του ’60, το καθεστώς ίδρυσε στρατόπεδα συγκέντρωσης για τον “σωφρονισμό” όσων δεν ταίριαζαν στο πρότυπο του “Νέου Ανθρώπου”. Εκεί οδηγήθηκαν χιλιάδες ομοφυλόφιλοι, θρησκευόμενοι, ιερείς και καλλιτέχνες που θεωρούνταν “ιδεολογικά ακάθαρτοι”. Η εργασία ήταν εξοντωτική και οι συνθήκες ταπεινωτικές, αποδεικνύοντας ότι η “επανάσταση” του Κάστρο ήταν βαθιά ομοφοβική και μισαλλόδοξη.
Ο Έλεγχος της Καθημερινότητας: Οι CDR
Για να διατηρηθεί στην εξουσία για 49 χρόνια, ο Κάστρο δεν βασίστηκε μόνο στον στρατό, αλλά και στη θεσμοθετημένη ρουφιανιά. Οι Επιτροπές για την Υπεράσπιση της Επανάστασης (CDR) δημιουργήθηκαν σε κάθε οικοδομικό τετράγωνο της Κούβας. Ο ρόλος τους ήταν απλός: η παρακολούθηση των γειτόνων.
Ποιος μιλάει εναντίον της κυβέρνησης; Ποιος ακούει ξένους ραδιοφωνικούς σταθμούς; Ποιος λαμβάνει δέματα από το εξωτερικό; Αυτό το δίκτυο “μαζικής κατασκοπείας” διέλυσε τον κοινωνικό ιστό και την εμπιστοσύνη μεταξύ των ανθρώπων. Στην Κούβα του Κάστρο, ο τοίχος είχε αυτιά και ο γείτονας ήταν ο εν δυνάμει δεσμοφύλακας.
Η Φίμωση των Αντιφρονούντων και οι “Plantados“
Η τύχη όσων τόλμησαν να αντισταθούν ήταν προδιαγεγραμμένη. Οι φυλακές της Κούβας γέμισαν με πολιτικούς κρατούμενους, πολλοί από τους οποίους έγιναν γνωστοί ως Plantados (οι ακλόνητοι). Αυτοί οι άνθρωποι αρνήθηκαν να φορέσουν τη στολή του κοινού εγκληματία ή να δεχτούν την “πολιτική επανεκπαίδευση”, υφιστάμενοι βασανιστήρια, ξυλοδαρμούς και πολυετή απομόνωση.
Η περίπτωση του ποιητή Αρμάντο Βαγιαδάρες, ο οποίος πέρασε 22 χρόνια στις φυλακές επειδή αρνήθηκε να αναρτήσει μια πινακίδα υπέρ του Κάστρο στο γραφείο του, είναι ενδεικτική. Το καθεστώς δεν ανεχόταν την ουδετερότητα· απαιτούσε την πλήρη υποταγή.
Ο Μύθος της Παιδείας και της Υγείας ως Άλλοθι
Το σύνηθες επιχείρημα των υποστηρικτών του Κάστρο είναι τα ποσοστά αναλφαβητισμού και το σύστημα υγείας. Ωστόσο, αυτή η ανάγνωση παραλείπει δύο βασικά σημεία. Πρώτον, η Κούβα πριν το 1959 ήταν ήδη μια από τις πιο αναπτυγμένες χώρες της Λατινικής Αμερικής σε αυτούς τους δείκτες (κατείχε ήδη την 3η θέση σε γιατρούς ανά κάτοικο). Δεύτερον, η παιδεία υπό τον Κάστρο μετατράπηκε σε καθαρή κατήχηση. Τα σχολικά βιβλία υμνούσαν τον “Lider Maximo” και η πρόσβαση στα πανεπιστήμια εξαρτιόταν από την “επαναστατική καθαρότητα” του φοιτητή και της οικογένειάς του.
Όσο για την υγεία, ενώ υπάρχουν εξαιρετικοί γιατροί, το σύστημα είναι βαθιά καθεστωτικό. Υπάρχουν τα νοσοκομεία για την ελίτ του κόμματος και τους “ιατρικούς τουρίστες” με σύγχρονο εξοπλισμό, και τα νοσοκομεία για τον απλό λαό, όπου λείπουν ακόμα και τα βασικά φάρμακα, οι γάζες ή το τρεχούμενο νερό.
Η Οικονομική Κατάρρευση και η “Ανοιχτή Φυλακή”
Ο Κάστρο παρέλαβε μια χώρα με δυνατότητες και την μετέτρεψε σε ένα οικονομικό ερείπιο που επιβίωνε μόνο χάρη στις σοβιετικές επιδοτήσεις. Όταν η ΕΣΣΔ κατέρρευσε, η Κούβα βυθίστηκε στην απόλυτη εξαθλίωση της “Ειδικής Περιόδου”.
Η μεγαλύτερη απόδειξη της αποτυχίας του καθεστώτος δεν είναι οι στατιστικές, αλλά τα κύματα των προσφύγων. Από την κρίση του Camarioca το 1965, την έξοδο του Mariel το 1980, μέχρι την κρίση των Balseros (των ανθρώπων που προτίμησαν να ρισκάρουν τη ζωή τους σε αυτοσχέδιες σχεδίες σε θάλασσες γεμάτες καρχαρίες παρά να ζουν υπό τον Κάστρο), η ιστορία της Κούβας είναι μια ιστορία φυγής. Ένας “παράδεισος” από τον οποίο οι άνθρωποι προσπαθούν απεγνωσμένα να δραπετεύσουν δεν είναι παράδεισος: είναι πολιτική φυλακή υψίστης ασφαλείας.
Το Βάρος της Αλήθειας
Για κάποιους αριστερούς πολίτες στη Δύση που συνεχίζουν να εξιδανικεύουν τον Κάστρο, η αλήθεια είναι σκληρή. Ο Κάστρο δεν υπήρξε ποτέ ήρωας της δημοκρατίας. Ήταν ένας πανούργος αλλά αδίστακτος δικτάτορας που χρησιμοποίησε την υπόσχεση κοινωνικής δικαιοσύνης ως πρόσχημα για να εγκαθιδρύσει μια οικογενειακή δυναστεία αδυσώπητου αυταρχισμού.
Η άγνοια των εγκλημάτων του δεν είναι πλέον δικαιολογημένη. Το να τιμά κανείς τον Κάστρο σημαίνει να περιφρονεί τα χιλιάδες θύματα των εκτελεστικών αποσπασμάτων, τους πολιτικούς κρατούμενους που σάπισαν στα μπουντρούμια και τα εκατομμύρια των Κουβανών που έζησαν και πέθαναν στερημένοι από το πιο βασικό ανθρώπινο δικαίωμα: την ελευθερία να ορίζουν τη ζωή τους. Η “αλήθεια” του Κάστρο δεν βρίσκεται στις προπαγανδιστικές αφίσες, αλλά στις σπαραχτικές μαρτυρίες των ανθρώπων που ένιωσαν τη μπότα του καθεστώτος στο σβέρκο τους. Και αυτή η πραγματικότητα είναι τραγικά απολυταρχική.

