Το Ήθος στην πολιτική. Του Γιαννη Ρεβύθη
Στην εποχή μας που η εικόνα κυριαρχεί, έχουμε συνηθίσει να κρίνουμε τους πολιτικούς μας από το βαρύ “περιτύλιγμα” που φέρουν. Αρκεί για την ψήφιση τους ένα εντυπωσιακό βιογραφικό, μερικοί τίτλοι από ξένα ως επί το πλείστον πανεπιστήμια και μια ρητορική δεινότητα που εξαντλείται στην επίκληση της νομιμότητας.
Όμως, η ιστορία από τον Σωκράτη μέχρι τον Μαντέλα μας διδάσκει ότι το ήθος στην πολιτική, δεν πιστοποιείται με σφραγίδες και “πτυχία”, ούτε και ταυτίζεται πάντα με το νομιμοφανές η το “νόμιμο”.
Συχνά ακούμε απο τους πολιτικούς μας, την κλασική πλέον ατάκα, “μα αφού είναι όλα νόμιμα” και ακούγεται όντως υπέροχα. Είναι γιατί στην πολιτική, αυτή η φράση έχει γίνει το απόλυτο καταφύγιο της υποκρισίας. Εκει κρύβεται η υποκρισία, στην νομιμοφάνεια που είναι η τέχνη του να τηρείς τον τύπο του νόμου ενώ ταυτόχρονα να στραγγαλίζεις την ουσία του.
Γυρίζοντας στην κλασική Αθήνα, ο Σωκράτης επέλεξε να πιει το κώνειο, υπακούοντας στην απόφαση των Αθηναίων, παρότι την θεωρούσε άδικη, μία στάση πού δεν ήταν πράξη απλής νομιμοφροσύνης, αλλα πράξη με βαθύ ήθος. Δεν ακύρωσε τον νόμο, αλλά τον ξεπέρασε ηθικά, δείχνοντας ότι η δικαιοσύνη δεν ταυτίζεται πάντα με τη νομιμότητα. Την ίδια στιγμή πού η Πολιτεία των Αθηνών, υποκριτικά “τήρησε” τους νόμους της, αλλά πρόδωσε το ίδιο της το αξιακό υπόβαθρο.
Αργότερα, ο Αριστοτέλης διατύπωσε μια άλλη διάκριση, που παραμένει επίκαιρη ακόμα και στις μέρες μας. Η αρετή υποστήριζε δεν είναι η απλή τήρηση των κανόνων, αλλά η έξη, η συνήθεια του να πράττεις το σωστό. Για εκείνον, ο νόμος μπορεί να καθοδηγεί, αλλά δεν μπορεί να υποκαταστήσει τον χαρακτήρα. Χωρίς εσωτερικό ήθος, οι νόμοι εργαλειοποιούνται, γίνονται ισχυρά “όπλα” στα χέρια των ισχυρών.
Στους νεότερους χρόνους, η αντιπαράθεση αυτή έγινε ακόμη πιο έντονη. Στη διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, ολοκληρωτικά, φασιστικά, ναζιστικά και άλλα καθεστώτα, οικοδόμησαν ένα ολόκληρο νομικό σύστημα που λειτουργούσε “νόμιμα”, υπηρετούσε το Έθνος αλλά ταυτόχρονα υπηρετούσε και το απόλυτα ανήθικο.
Αργότερα στις Δίκες της Νυρεμβέργης αναδείχθηκε αυτό το κενό. Όταν το επιχείρημα «εκτελούσα εντολές» κατέπεσε καί δεν ήταν αρκετό, όταν την ίδια στιγμή απουσίαζε το προσωπικό ήθος. Εκεί τέθηκε το ζήτημα της ατομικής ευθύνης απέναντι σε έναν «νόμιμο» αλλά άδικο κόσμο. Μας το μετέφερε υπέροχα ο Ρόμαν Πολάνσκι στην ταινία του “ο πιανίστας”.
Το ζούμε και στις μέρες μας βλέποντας ηγέτες μεγάλων κρατών που τηρούν τους νόμους επιφανειακά, αλλά τους χρησιμοποιούν για να εδραιώσουν την εξουσία τους.
Το ζούμε και στον τόπο μας πού χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η «μετακόμιση» βουλευτών από το ένα κόμμα στο άλλο.
Είναι νόμιμο; Βεβαίως γιατί ο βουλευτής διατηρεί την έδρα του βάσει του Συντάγματος. Πόσο ηθικό είναι όμως να περιφρονείς τη λαϊκή εντολή και να μεταφέρεις τις ψήφους των πολιτών σε έναν πολιτικό χώρο που εκείνοι καταψήφισαν; Εδώ η νομιμότητα γίνεται το όχημα για μια καθαρή πολιτική εξαπάτηση των ίδιων των ψηφοφόρων του.
Αντίστοιχα φαινόμενα συναντάμε και στον δημόσιο λόγο. Είναι “νόμιμο” για έναν δημοσιογράφο να διασύρει την προσωπικότητα ενός πολιτικού, να εκτοξεύει λάσπη και να κατασκευάζει εντυπώσεις. Όταν η ζημιά γίνει και η κοινή γνώμη δηλητηριαστεί, έρχεται μια τυπική, ψυχρή “συγγνώμη” ή μια επανόρθωση σε μια γωνιά της εφημερίδας ή του site.
Νομικά, ο δημοσιογράφος μπορεί να καλύπτεται. Ηθικά όμως, έχει διαπράξει μια “δολοφονία χαρακτήρα” που δεν θεραπεύεται με καμία διορθωτική δήλωση. Η υποκρισία εδώ έγκειται στο ότι η συγγνώμη δεν είναι προϊόν μεταμέλειας, αλλά ένας νομικός ελιγμός για την αποφυγή κυρώσεων.
Ζούμε στην αποθέωση των πτυχίων. Όμως, όπως σωστά επεσήμανε ξανά ο Αριστοτέλης, η αρετή δεν είναι μια θεωρητική γνώση που μαθαίνεται στα θρανία, αλλά μια έξη, μια καθημερινή συνήθεια πράξεων.
Στις μέρες μας θα έλεγε οτι ένας πολιτικός με διδακτορικό αλλά χωρίς εσωτερικό ηθικό κώδικα, είναι απλώς ένας πιο “καταρτισμένος” χειραγωγός. Και υποκρισία τελικά, ξεκινά όταν το πτυχίο χρησιμοποιείται ως ασπίδα απέναντι στην κριτική.
Η πραγματικότητα δείχνει ότι οι μεγαλύτερες πολιτικές τραγωδίες, δείτε την περίοδο των μνημονίων στην Ελλάδα, δεν προήλθαν από έλλειψη γνώσεων, αλλά από έλλειψη ηγετών με ήθος, με ηθικό ανάστημα.
Η δημοκρατία δεν κινδυνεύει από εκείνους που παρανομούν φανερά αυτούς τους βρίσκει η δικαιοσύνη.Κινδυνεύει από εκείνους που υποκρίνονται τους νομοταγείς ενώ διαβρώνουν την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς της δημοκρατίας.
Το ήθος στην πολιτική σημαίνει να αντέχεις τον πειρασμό του εύκολου δρόμου. Σημαίνει να λες “όχι” εκεί που ο νόμος σου επιτρέπει το “ναι”, επειδή η συνείδησή σου σου το επιβάλλει.
Ίσως τελικά το μεγαλύτερο στοίχημα για τον τόπο μας δεν είναι να ψηφίζουμε απλώς “ικανούς” ή “μορφωμένους”, αλλά ανθρώπους που το ήθος τους υπερβαίνει το βιογραφικό τους και η ευθύνη τους ξεπερνά το γράμμα του νόμου.

