ΓενικάΕΙΔΗΣΕΙΣΚΕΡΚΥΡΑΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ- ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑΠΟΛΙΤΙΚΗ

Με Γεύση Συρματοπλέγματος: Η Ιστορική Αλήθεια του Υπαρκτού Σοσιαλισμού και οι Αλλόκοτοι Νοσταλγοί του Γράφει ο Κώστας Χ. Βασιλάκης

Οι μυστικές υπηρεσίες οι  καταδότες, οι σπιούνοι και οι ασφαλίτες του καθεστώτος είχαν αναγάγει τον χαφιεδισμό σε ύψιστη κοινωνική αρετή

Η πτώση του Τείχους του Βερολίνου το 1989 και η επακόλουθη κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991 θεωρήθηκαν από πολλούς ως το οριστικό τέλος μιας από τις πιο σκοτεινές περιόδους του 20ού αιώνα. Ήταν η στιγμή που το ιδεολόγημα του «υπαρκτού σοσιαλισμού» κατέρρευσε κάτω από το βάρος των ίδιων των αποτυχιών του, αφήνοντας πίσω του μια βαριά κληρονομιά καταπίεσης. Κι όμως, στις μέρες μας, παρατηρείται ένα παράδοξο ιστορικό και κοινωνικό φαινόμενο: η ύπαρξη νοσταλγών αυτών των καθεστώτων. Άνθρωποι που είτε δεν έζησαν εκείνη την περίοδο είτε επιλέγουν να εθελοτυφλούν, επιχειρούν να ωθήσουν στη λήθη την ιστορική πραγματικότητα, εξιδανικεύοντας ένα σύστημα που στην πράξη μετατράπηκε σε ένα απέραντο πολιτικό σωφρονιστήριο.

Για να κατανοήσει κανείς το μέγεθος αυτής της ιστορικής διαστρέβλωσης, αρκεί να κοιτάξει τις αντιδράσεις των ίδιων των ανθρώπων που βίωσαν αυτά τα καθεστώτα. Μόλις άνοιξαν τα σύνορα, αλλά και αρκετά νωρίτερα, υπό συνθήκες ακραίου κινδύνου, οι πολίτες αυτών των «σοσιαλιστικών παραδείσων» λιποτακτούσαν μαζικά λυσσασμένοι και μανιασμένοι προς τη Δύση. Άνθρωποι ρίσκαραν τη ζωή τους, πηδώντας πάνω από ηλεκτροφόρα συρματοπλέγματα, διασχίζοντας ναρκοπέδια και αντιμετωπίζοντας τις σφαίρες των συνοριοφυλάκων. Το γεγονός αυτό δεν ήταν τυχαίο. Ήταν η αυθόρμητη, μαζική ψήφος διαμαρτυρίας ενός λαού που είχε βιώσει στο πετσί του έναν κομμουνισμό με γεύση συρματοπλέγματος, έναν ολοκληρωτισμό που ισοπέδωσε κάθε έννοια ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Η Σωτηριολογική Ερμηνεία και η Σφαγιαστική Πολιτική Βία

Στη ρίζα του σοβιετικού ολοκληρωτισμού βρισκόταν μια συγκεκριμένη, σωτηριολογική ερμηνεία του κόσμου. Το καθεστώς δεν παρουσιαζόταν απλώς ως μια πολιτική εναλλακτική, αλλά ως η απόλυτη, ιστορική αλήθεια που θα οδηγούσε στην επίγεια σωτηρία της ανθρωπότητας. Όταν όμως ένα πολιτικό σύστημα αυτοανακηρύσσεται ως ο μοναδικός κάτοχος της αλήθειας και της ηθικής, τότε κάθε αντίθετη άποψη δεν θεωρείται απλώς μια διαφωνία, αλλά ένα έγκλημα, μιασματική αίρεση που πρέπει να παταχθεί.

Αυτή η δογματική προσέγγιση γέννησε τη συστηματική, σφαγιαστική πολιτική βία. Για να οικοδομηθεί ο «νέος άνθρωπος» και η ουτοπική κοινωνία, έπρεπε να εξοντωθεί οποιοσδήποτε πρόβαλλε αντίσταση ή απλώς διαφοροποιούνταν. Από τις εκκαθαρίσεις του Στάλιν και τα διαβόητα Γκουλάγκ της Σιβηρίας, μέχρι τις φυλακές της Στάζι στην Ανατολική Γερμανία και τα στρατόπεδα αναμόρφωσης στη Ρουμανία του Τσαουσέσκου, η βία ήταν το βασικό δομικό υλικό του συστήματος. Στην Αλβανία του Ενβέρ Χότζα αν ένα άτομο κρινόταν «εχθρός του λαού» ή προσπαθούσε να διαφύγει στο εξωτερικό, ολόκληρη η οικογένειά του εκτοπιζόταν σε απομονωμένα χωριά (internim), έχοντας καθεστώς παρία για δεκαετίες. Στην Βουλγαρία του Τοντόρ Ζίβκωφ (κραταιός δικτάτορας από το 1954 έως το 1989) χιλιάδες πολιτικοί αντίπαλοι, διανοούμενοι και «αντικοινωνικά στοιχεία» βασανίστηκαν, υποβλήθηκαν σε καταναγκαστικά έργα ή εκτελέστηκαν στο στρατόπεδο στο νησί Μπελένε (Belene) στον ποταμό Δούναβη, καθώς και στα λατομεία του Λόβετς (Lovech). Δεν επρόκειτο για παρεκκλίσεις ή «λάθη» στην εφαρμογή μιας κατά τα άλλα καλής θεωρίας. Η βία ήταν εγγενές στοιχείο ενός συστήματος που απαιτούσε την πλήρη υποταγή του ατόμου στο κράτος. Κάθε προσωπική φωνή, κάθε ίχνος ατομικής πρωτοβουλίας και ελευθερίας, συντρίβονταν ανελέητα κάτω από τις ερπύστριες της κομματικής ορθοδοξίας.

Το Κράτος του Χαφιεδισμού: Όταν η Παρακολούθηση Άγγιζε τον Θρήνο

Η πιο αποκρουστική, ίσως, πτυχή του υπαρκτού σοσιαλισμού ήταν η δημιουργία μιας κοινωνίας καθολικού φόβου και γενικευμένης καχυποψίας μέσω ενός πρωτοφανούς δικτύου παρακολούθησης. Τα ολοκληρωτικά καθεστώτα του Ανατολικού Μπλοκ δεν αρκούνταν στον έλεγχο της δημόσιας σφαίρας. Εισέβαλαν βίαια στην ιδιωτική ζωή, στην οικογένεια, ακόμα και στις πιο μύχιες σκέψεις των πολιτών.

Οι μυστικές υπηρεσίες οι  καταδότες, οι σπιούνοι και οι ασφαλίτες του καθεστώτος είχαν αναγάγει τον χαφιεδισμό σε ύψιστη κοινωνική αρετή. Στρατολογούσαν εκατομμύρια εθελοντές ή εκβιαζόμενους πληροφοριοδότες. Ο γείτονας παρακολουθούσε τον γείτονα, ο συνάδελφος τον συνάδελφο, ακόμα και τα παιδιά ενθαρρύνονταν να καταδώσουν τους γονείς τους αν εξέφραζαν αντικαθεστωτικές απόψεις στο τραπέζι του σπιτιού τους.

Η παράνοια και η απάνθρωπη φύση αυτού του μηχανισμού αποτυπώνεται σε ιστορικά ντοκουμέντα που ξεπερνούν τα όρια της νοσηρής φαντασίας: ασφαλίτες έφταναν στο σημείο να τοποθετούν κοριούς και συσκευές παρακολούθησης ακόμη και στους τάφους συγγενών των «υπόπτων». Στόχος τους ήταν να χαφιεδίζουν ακόμα και τον βουβό θρήνο των δικών τους ανθρώπων, να ελέγχουν αν κατά τη διάρκεια της κηδείας ψιθυρίζονταν κουβέντες οργής κατά του καθεστώτος. Όταν ένα σύστημα φοβάται ακόμα και τα δάκρυα πάνω από ένα μνήμα, σημαίνει ότι έχει απωλέσει κάθε ίχνος ανθρώπινης συνείδησης.

Το Παράδοξο της Σύγχρονης Νοσταλγίας

Με αυτά τα δεδομένα, η ύπαρξη σύγχρονων νοσταλγών του υπαρκτού σοσιαλισμού προκαλεί βαθιά θλίψη και έντονο προβληματισμό. Πώς είναι δυνατόν, μετά τις αποκαλύψεις των αρχείων της Στάζι, μετά τις μαρτυρίες των επιζώντων, μετά τα εκατομμύρια των θυμάτων, να υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που υπερασπίζονται αυτά τα καθεστώτα;

Η απάντηση κρύβεται εν μέρει σε μια επιλεκτική ιστορική αμνησία, αλλά και σε μια βαθιά απογοήτευση από τις ελλείψεις των σύγχρονων δυτικών δημοκρατιών. Πολλοί νοσταλγοί, εγκλωβισμένοι στις οικονομικές δυσκολίες ή την κοινωνική αβεβαιότητα του σήμερα, καταφεύγουν στον μύθο της «σιγουριάς» του παρελθόντος. Θυμούνται μεν την έναντι χαμηλού ενοικίου στέγαση σε συλλογικά διαμερίσματα (Kommunalka): Αρχικά μια οικογένεια ζούσε σε ένα μόνο δωμάτιο. Η κουζίνα, το μπάνιο και ο διάδρομος ήταν κοινόχρηστα για 3 έως 6 διαφορετικές οικογένειες. Αλλά δεν θυμούνται τα άδεια ράφια και τις ατέλειωτες ουρές»: Οι πολίτες δεν πήγαιναν στο σούπερ μάρκετ με μια λίστα για να ψωνίσουν. Πήγαιναν βλέποντας πού υπάρχει ουρά, στέκονταν σε αυτήν και μετά ρωτούσαν: «Τι φέρανε σήμερα;».

Και δεν θυμούνται τα Δελτία τροφίμων: Σε περιόδους κρίσης —και μονίμως στη Ρουμανία και την Αλβανία— η αγορά βασικών αγαθών (ψωμί, γάλα, κρέας, λάδι, ζάχαρη) γινόταν μόνο με κρατικά δελτία, τα οποία όριζαν αυστηρές μηνιαίες ποσοστώσεις ανά άτομο που παρείχαν εκείνα τα καθεστώτα. Και το σπουδαιότερο; Ξεχνούν το αντίτιμο: την πλήρη απώλεια της ελευθερίας, την πείνα, τις ατελείωτες ουρές για ένα κομμάτι ψωμί και τον διαρκή τρόμο της σύλληψης. Πρόκειται για μια ανεύθυνη ρομαντικοποίηση της τυραννίας, η οποία γίνεται συνήθως εκ του ασφαλούς, από την άνεση που προσφέρει η ελευθερία λόγου των δυτικών κοινωνιών — μια ελευθερία λόγου που στα καθεστώτα που νοσταλγούν θα τους οδηγούσε κατευθείαν στο εκτελεστικό απόσπασμα ή την εξορία.

Η Μνήμη ως Αντίδοτο στον Ολοκληρωτισμό

Είναι κρίμα και επικίνδυνο να λησμονούμε τα διδάγματα της ιστορίας. Ο υπαρκτός σοσιαλισμός δεν απέτυχε επειδή «εφαρμόστηκε λάθος». Απέτυχε επειδή βασίστηκε στη βίαιη άρνηση της ανθρώπινης φύσης, η οποία είναι γεννημένη να αναζητά την ελευθερία, την ανεξαρτησία, την αυτεξουσιότητα, την ατομική αξιοπρέπεια του αυθυπόστατου και κυρίαρχου προσώπου και την αναπαλλοτρίωτη αυτοδιάθεση.

Η ιστορία των ανθρώπων που πέθαναν προσπαθώντας να περάσουν το Τείχος του Βερολίνου, η μνήμη εκείνων που εξοντώθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και η φρίκη των συστημάτων καθολικής παρακολούθησης πρέπει να παραμείνουν για πάντα ζωντανές. Η υπεράσπιση της ιστορικής αλήθειας απέναντι στους όψιμους νοσταλγούς δεν είναι μια στείρα παρελθοντολογία, αλλά μια πράξη αυτοάμυνας για το παρόν και το μέλλον μας. Αν επιτρέψουμε στο κοτετσένιο συρματόπλεγμα να παρουσιάζεται σαν παράδεισος, τότε ανοίγουμε τον δρόμο για την επιστροφή ακριβώς των ίδιων δήμιων που το έχτισαν.