ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ- ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ

Κέρκυρα: Ένας τόπος με μεγάλη πολιτιστική παράδοση, αλλά χωρίς τις υποδομές που του αξίζουν. Γράφει η Ανδριάνα Βλάχου

Η Κέρκυρα είναι ένας τόπος με ξεχωριστή πολιτιστική ταυτότητα, βαθιά μουσική παράδοση και σημαντική καλλιτεχνική δημιουργία. Η Παλιά Πόλη, ενταγμένη στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO, μαρτυρά την ιστορική και αρχιτεκτονική της αξία, ενώ η πολιτιστική ζωή του νησιού εξακολουθεί να στηρίζεται στη δημιουργικότητα και την επιμονή των ανθρώπων του.

Κι όμως, πίσω από αυτή τη σπουδαία παρακαταθήκη, υπάρχει μια αντίφαση που δύσκολα μπορεί κανείς να αγνοήσει: η Κέρκυρα διαθέτει πλούσια πολιτιστική δραστηριότητα, αλλά στερείται των κατάλληλων δημόσιων υποδομών για να την υποστηρίξει. Μια αντίφαση που γίνεται ακόμη πιο έντονη στην ίδια την πόλη, εκεί όπου η ιστορία, η τέχνη και η παράδοση θα έπρεπε να συναντούν τις σύγχρονες ανάγκες των κατοίκων και των δημιουργών.

Αρκεί να αναλογιστούμε τι αντιπροσωπεύει η Κέρκυρα στον πολιτιστικό χάρτη της χώρας. Το νησί που φιλοξένησε στο παρελθόν τους Μουσικούς Αγώνες του Μάνου Χατζιδάκι. Η Κέρκυρα των 18 Φιλαρμονικών, των περίπου 40 χορωδιών, των σημαντικών σχολών χορού και των δεκάδων πολιτιστικών συλλόγων και σωματείων, που με μεράκι και συχνά με ελάχιστα μέσα διατηρούν ζωντανή την καλλιτεχνική δημιουργία. Η Κέρκυρα που φιλοξενεί το ΔΗΠΕΘΕ, έναν θεσμό με σημαντικό ρόλο στην πολιτιστική ζωή του τόπου. Ένας τόπος που είχε, μάλιστα, προταθεί να φιλοξενήσει το Διεθνές Φεστιβάλ Χορού, χωρίς τελικά να προχωρήσει η διοργάνωση εδώ, με αποτέλεσμα να φιλοξενηθεί στην Καλαμάτα.

Όλα αυτά συνθέτουν μια πολιτιστική δυναμική που θα μπορούσε να αποτελεί συγκριτικό πλεονέκτημα για την Κέρκυρα, όχι μόνο ως τουριστικό προορισμό, αλλά κυρίως ως ζωντανή κοινότητα δημιουργίας, έκφρασης και συμμετοχής. Για να αξιοποιηθεί, όμως, αυτή η δυναμική, χρειάζονται χώροι. Χώροι κατάλληλοι, ασφαλείς, λειτουργικοί και προσβάσιμοι, που να μπορούν να φιλοξενήσουν θεατρικές παραστάσεις, συναυλίες, χορευτικές παραγωγές, συνέδρια και άλλες πολιτιστικές εκδηλώσεις.

Η πραγματικότητα, δυστυχώς, απέχει πολύ από αυτή την ανάγκη.

Ο ιστορικός «Φοίνικας», ένας χώρος με ξεχωριστή θέση στην πολιτιστική ιστορία της πόλης και ένα θέατρο που διέθετε τη μοναδική για τα ελληνικά δεδομένα ιδιαιτερότητα της διπλής σκηνής, θερινής και χειμερινής, παραμένει κλειστός, χωρίς να έχει αποκατασταθεί ώστε να επιστρέψει στη ζωή της πόλης. Ένα κτήριο που θα μπορούσε να αποτελεί σημείο αναφοράς για την πολιτιστική δραστηριότητα της Κέρκυρας εξακολουθεί να περιμένει την ουσιαστική αξιοποίησή του.

Την ίδια στιγμή, το Δημοτικό Θέατρο, ένας χώρος με μεγάλες δυνατότητες και ιδιαίτερα σημαντικούς χώρους για τα δεδομένα της χώρας, παραμένει κλειστό μετά τα γνωστά προβλήματα που ανέδειξαν με τον πιο οδυνηρό τρόπο την ανάγκη ασφαλών και κατάλληλων υποδομών. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό που έχει ανακοινωθεί, η επαναλειτουργία του τοποθετείται τουλάχιστον έως τον Οκτώβριο του 2027, εφόσον εξελιχθούν ομαλά οι παρεμβάσεις για τη λειτουργική του αναβάθμιση.

Αξίζει, μάλιστα, να θυμηθούμε ότι από το 1970, όταν ξεκίνησε η πορεία κατασκευής του, το Δημοτικό Θέατρο δεν ολοκληρώθηκε ποτέ πλήρως ως προς το σύνολο των προβλεπόμενων εργασιών του. Η διαχρονική αυτή εκκρεμότητα αποτυπώνει ένα ευρύτερο πρόβλημα: την αδυναμία να αποκτήσει η πόλη μια πολιτιστική υποδομή αντάξια των δυνατοτήτων και των αναγκών της.

Και σήμερα, με τον «Φοίνικα» κλειστό και το Δημοτικό Θέατρο εκτός λειτουργίας, η Κέρκυρα δεν διαθέτει έναν αντίστοιχο μεγάλο χώρο που να μπορεί να καλύψει τις ανάγκες σημαντικών διοργανώσεων και παραγωγών. Οι συνέπειες δεν αφορούν μόνο τους καλλιτέχνες και τους πολιτιστικούς φορείς. Αφορούν όλους τους πολίτες, οι οποίοι βλέπουν τις δυνατότητες συμμετοχής τους στην πολιτιστική ζωή να περιορίζονται, αλλά και τους νέους ανθρώπους που αναζητούν ευκαιρίες έκφρασης και δημιουργίας στον τόπο τους.

Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι απλώς η απουσία ενός θεάτρου ή η καθυστέρηση στην αποκατάσταση ενός ιστορικού κτηρίου. Είναι η συνολική έλλειψη ενός συνεκτικού σχεδιασμού για τις πολιτιστικές υποδομές της Κέρκυρας. Είναι η ανάγκη να αντιμετωπιστεί ο πολιτισμός όχι ως μια σειρά αποσπασματικών εκδηλώσεων, ούτε ως συμπληρωματικό στοιχείο της τουριστικής προβολής, αλλά ως ουσιαστικό δημόσιο αγαθό και βασικό συστατικό της ποιότητας ζωής.

Δεν αρκεί να υπερηφανευόμαστε για την πολιτιστική μας κληρονομιά, αν δεν μπορούμε να τη διαφυλάξουμε, να την ανανεώσουμε και να τη μεταφέρουμε στις επόμενες γενιές. Δεν αρκεί να διαθέτουμε δεκάδες ενεργούς πολιτιστικούς φορείς, αν αυτοί δυσκολεύονται να βρουν χώρους για να παρουσιάσουν τη δουλειά τους. Και δεν είναι δυνατόν μια πόλη με τη διεθνή αναγνωρισιμότητα της Κέρκυρας να μην έχει εξασφαλίσει τις στοιχειώδεις προϋποθέσεις για τη φιλοξενία σημαντικών καλλιτεχνικών διοργανώσεων.

Η αποκατάσταση του «Φοίνικα», η ολοκλήρωση και η ασφαλής επαναλειτουργία του Δημοτικού Θεάτρου, η αξιοποίηση άλλων ιστορικών κτηρίων και η δημιουργία κατάλληλων χώρων για μικρότερες και μεγαλύτερες πολιτιστικές δράσεις θα έπρεπε να αποτελούν προτεραιότητες. Παράλληλα, είναι απαραίτητη η ουσιαστική στήριξη των πολιτιστικών φορέων, με επαρκή χρηματοδότηση, προσωπικό και σταθερές συνθήκες λειτουργίας.

Πρόκειται για μια επένδυση με πολλαπλά οφέλη: στην εκπαίδευση, στη δημιουργικότητα, στην κοινωνική συνοχή, στην εξωστρέφεια του τόπου, αλλά και στην ίδια την οικονομική και πολιτιστική του ανάπτυξη. Κυρίως, πρόκειται για μια επένδυση στους ανθρώπους που κρατούν ζωντανή την πολιτιστική ζωή της Κέρκυρας.

Η πόλη της UNESCO, η Κέρκυρα των Φιλαρμονικών, των χορωδιών, του θεάτρου και του χορού, αξίζει κάτι περισσότερο από την ανάμνηση του ένδοξου πολιτιστικού της παρελθόντος. Αξίζει να μπορεί να δημιουργεί, να φιλοξενεί, να παρουσιάζει και να εξελίσσει τον πολιτισμό της στο παρόν.

Το ζητούμενο δεν είναι να αναζητήσουμε ευθύνες με διάθεση αντιπαράθεσης, αλλά να συμφωνήσουμε ότι η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί. Χρειάζεται σχέδιο, συνεργασία, χρηματοδότηση και συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα. Χρειάζεται η πολιτεία, η αυτοδιοίκηση και οι αρμόδιοι πολιτιστικοί φορείς να αντιμετωπίσουν το ζήτημα με τη σοβαρότητα που του αρμόζει.

Γιατί ο πολιτισμός δεν είναι πολυτέλεια, ούτε αφορά μόνο όσους ασχολούνται επαγγελματικά με την τέχνη. Είναι δικαίωμα, συλλογική μνήμη και δυνατότητα έκφρασης. Και μια πόλη με την ιστορία και την πολιτιστική φυσιογνωμία της Κέρκυρας οφείλει να διαθέτει τους χώρους που θα επιτρέψουν σε αυτή τη δημιουργία να συνεχίσει να ανθίζει.

Η πολιτιστική παράδοση της Κέρκυρας δεν μπορεί να ζει μόνο μέσα από τις αναμνήσεις και τις προσπάθειες των ανθρώπων της. Χρειάζεται υποδομές, φροντίδα και προοπτική. Και αυτή είναι μια ευθύνη που δεν μπορεί να περιμένει άλλο.