Η λέξη δεν είναι χρησμός: Για τα όρια της διακειμενικότητας και την επιστημολογία της ερμηνείας. 13 Απαντήσεις Σε Αναφομοίωτους Γλωσσολογικούς Ισχυρισμούς – Δοκίμιο σε 4 μέρη. ΜΕΡΟΣ 3ο Του Σπύρου Άνδρεϊτς
- Η γλωσσολογική ευθύνη του ερμηνευτή
Εδώ ακριβώς βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, η διαφορά ανάμεσα στη συστηματική ανάλυση και στην επίδειξη φιγουράτης ευρυμάθειας.
Ο γλωσσολόγος οφείλει να προσδιορίζει το επίπεδο στο οποίο διατυπώνει τον ισχυρισμό του, να διακρίνει τα δεδομένα από τις υποθέσεις και να εξηγεί με ποια διαδικασία περνά από την παρατήρηση στην ερμηνεία.
Όταν ισχυρίζεται ότι μια λέξη έχει μια συγκεκριμένη σημασία, πρέπει να μπορεί να δείξει αν αναφέρεται στη συμβατική λεξική της σημασία, σε μια σημασιολογική απόχρωση που αποκτά μέσα στη σύνταξη, σε μια πραγματολογική συνεπαγωγή ή σε μια ευρύτερη συμβολική λειτουργία.
Όταν ισχυρίζεται ότι μια εκφορά επιτελεί μια πράξη, πρέπει να εξετάζει τις συμβάσεις που διέπουν αυτή την πράξη, την περίσταση στην οποία εκφέρεται και τις συνθήκες υπό τις οποίες μπορεί να θεωρηθεί επιτυχής.
Όταν προτείνει μια διακειμενική ανάγνωση, πρέπει να διακρίνει την αναλογική ομοιότητα από την ιστορική εξάρτηση και τη δυνατότητα απλής συσχέτισης από την αποδεικτική τεκμηρίωση.
Και όταν αποδίδει μια πρόθεση στον συγγραφέα, πρέπει να εξηγεί από ποια στοιχεία την ανασυγκροτεί, αντί να την εφευρίσκει για να καλύψει ένα κενό στην ερμηνεία του.
Δεν πρόκειται για απαίτηση να καταργήσουμε τη θεωρία ή να περιορίσουμε τη φιλολογική έρευνα σε μια στενή καταγραφή λέξεων. Πρόκειται για την απαίτηση να μην παρουσιάζεται η θεωρητική ελευθερία ως απαλλαγή από την αποδεικτική ευθύνη.
Η πολυμάθεια έχει επιστημονική αξία όταν διευρύνει το πεδίο των ελέγξιμων υποθέσεων. Όταν χρησιμοποιείται για να προσδίδει κύρος σε συνδέσεις που δεν έχουν τεκμηριωθεί, κινδυνεύει να μετατραπεί σε φανταχτερό υποκατάστατο της μεθόδου.
- Το συμπέρασμα: η σημασία είναι ανοιχτή, όχι ανεξέλεγκτη
Δεν χρειάζεται να αρνηθούμε την ιστορικότητα της γλώσσας, την πολλαπλότητα των συμφραζομένων ή την αδυναμία ενός συγγραφέα να ελέγξει κάθε μελλοντική χρήση του έργου του. Όλα αυτά είναι σοβαρά ζητήματα της σύγχρονης γλωσσολογίας, της πραγματολογίας και της θεωρίας της ερμηνείας.
Χρειάζεται, αντίθετα, να αρνηθούμε το λογικό άλμα που μετατρέπει την ανοιχτότητα της σημασίας σε ένα ανερμάτιστο ερμηνευτικό κράμα.
Το ότι μια λέξη μπορεί να επαναληφθεί σε νέα συμφραζόμενα δεν σημαίνει ότι το νόημά της είναι απολύτως αυθαίρετο. Το ότι ένα κείμενο επιδέχεται περισσότερες από μία αναγνώσεις δεν σημαίνει ότι όλες οι αναγνώσεις του είναι εξίσου τεκμηριωμένες. Και το ότι η πρόθεση του συγγραφέα δεν εξαντλεί το νόημα του έργου δεν σημαίνει ότι η πρόθεση αυτή στερείται ερμηνευτικής σημασίας.
Ανάμεσα στην απόλυτη κυριαρχία του συγγραφέα και στην απόλυτη αυθαιρεσία του αναγνώστη υπάρχει ένα εκτεταμένο πεδίο γλωσσικών συμβάσεων, πραγματολογικών περιορισμών, ιστορικών δεδομένων, κειμενικών ενδείξεων και ορθολογικής επιχειρηματολογίας. Εκεί ακριβώς οφείλει να εργάζεται η σοβαρή ερμηνεία.
Το νόημα δεν είναι ούτε μια κλειστή ιδιοκτησία της συνείδησης του συγγραφέα ούτε ένα απέραντο πεδίο σπασμωδικών αυτοσχεδιασμών του ερμηνευτή. Είναι αντικείμενο ανασυγκρότησης και διαπραγμάτευσης υπό περιορισμούς που δεν επινοεί κατά βούληση κανένας από τους δύο.
Και, εν τέλει, αυτό είναι το ερώτημα που θα έθετα σε κάθε θεωρητικό της διακειμενικότητας: όχι πόσες σχέσεις μπορεί να ανακαλύψει ανάμεσα σε μια λέξη και στην παγκόσμια γραμματεία, αλλά με ποια κριτήρια επιλέγει εκείνες που έχουν πραγματική εξηγητική ισχύ, με ποια στοιχεία τις τεκμηριώνει και με ποιο δικαίωμα αποκλείει τις ανταγωνιστικές ερμηνείες.
Γιατί, αν δεν μπορεί να απαντήσει σε αυτά τα ερωτήματα, τότε η ερμηνεία του μπορεί να παραμένει εκθαμβωτική ως λογοτεχνική εκγύμναση, αλλά δεν έχει ακόμη αποδείξει ότι είναι επαρκής ως επιστημονική ανάλυση.
- Οι λεξικές συνάψεις και οι περιορισμοί της σημασίας: η γλώσσα δεν είναι απέραντος σημασιολογικός ωκεανός
Υπάρχει, ωστόσο, ένα πρόσθετο επιχείρημα που καθιστά ακόμη πιο αμφισβητήσιμη την αντίληψη ότι η σημασία μιας λέξης παραμένει διαρκώς μετέωρη, έτοιμη να αναβληθεί επ’ αόριστον μέσα σε ένα απεριόριστο δίκτυο διακειμενικών παραπομπών. Το επιχείρημα αυτό προκύπτει από την ίδια την οργανωμένη λειτουργία του γλωσσικού συστήματος: τις σταθερές λεξικές συνάψεις = σύμπλοκα = συμφράσεις (collocations), τους συντακτικούς περιορισμούς, τις σημασιολογικές προτιμήσεις και τις πραγματολογικές συμβάσεις που καθιστούν ορισμένες ερμηνείες φυσικές, άλλες περιθωριακές και άλλες απλώς ακατανόητες.
Μ’ άλλα λόγια, οι λέξεις δεν συνδυάζονται ελεύθερα με οποιεσδήποτε άλλες (λέξεις). Το ρήμα «διαπράττω» συνάπτεται κανονικά με λέξεις όπως «έγκλημα», «πειθαρχικό παράπτωμα» ή «αδίκημα». Έχει δηλαδή συντριπτικά αρνητική χροιά στη νέα ελληνική. Δεν μπορούμε να πούμε π.χ. «διαπράττω μια καλή πράξη» ή «διαπράττω ένα έργο», καθώς τέτοιοι συνδυασμοί θεωρούνται λανθασμένοι ή αποδεκτοί μόνο για λόγους έντονης ειρωνείας. Το «εκπληρώνω» με λέξεις όπως «καθήκον», «επιθυμία” ή «υποχρέωση». Το επίθετο «ξανθός» συνδέεται συνήθως με τα μαλλιά, ενώ το «ταχύς» με την κίνηση, την ταχύτητα ή τη διαδικασία. Μπορούμε ασφαλώς να παραβιάσουμε αυτές τις συνάψεις, να δημιουργήσουμε μεταφορές, να ανατρέψουμε προσδοκίες για να παράγουμε ποιητικές πρωτοτυπίες. Η ίδια η δυνατότητα της καινοτομίας, όμως, προϋποθέτει έναν αναγνωρίσιμο ορίζοντα συμβατικών χρήσεων σε σχέση με τον οποίο η απόκλιση γίνεται αντιληπτή ως φρασεολογική παρέκκλιση.
Εδώ βρίσκεται το ουσιώδες σημείο: η γλωσσική δημιουργικότητα δεν ισοδυναμεί με απουσία γλωσσικών περιορισμών. Αντιθέτως, προϋποθέτει ότι οι ομιλητές διαθέτουν κοινές προσδοκίες για το πώς συνδυάζονται οι λέξεις και πώς ερμηνεύονται οι συνδυασμοί τους.
Ας πάρουμε τη φράση «η συνεδρίαση έλαβε χώρα…». Δεν χρειάζεται να ανατρέξουμε σε όλη την ιστορία των λέξεων «λαμβάνω», «χώρα» και «συνεδρίαση» για να κατανοήσουμε ότι πρόκειται για δήλωση πραγματοποίησης ενός γεγονότος. Η καθιερωμένη λεξική σύναψη και η συμβατική χρήση της έκφρασης περιορίζουν αποφασιστικά τις εύλογες ερμηνείες. Αντίστοιχα, όταν λέμε «έσπασε την σιωπή του», δεν εννοούμε ότι κάποιος θρυμμάτισε ένα φυσικό αντικείμενο. Η σημασιολογική και πραγματολογική σύμβαση μάς επιτρέπει να αναγνωρίσουμε αμέσως τη μεταφορική λειτουργία της εκφοράς.
Αυτές οι συμβάσεις δεν εξαλείφουν κάθε αμφισημία. Καθιστούν, όμως, δυνατή την επικοινωνία παρά την έλλειψη πλήρους βεβαιότητας.
Επομένως, η σημασιολογική απροσδιοριστία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται σαν να ήταν ένας απεριόριστος και ομοιογενής χώρος, στον οποίο όλες οι σημασίες είναι εξίσου διαθέσιμες σε κάθε περίσταση. Το γλωσσικό σύστημα επιβάλλει περιορισμούς, η χρήση παγιώνει συμβάσεις και το συγκεκριμένο περίβλημα των συμφραζομένων επιλέγει, κατά κανόνα, ανάμεσα σε περισσότερες ή λιγότερες δυνατές ερμηνείες.
Η διακειμενικότητα δεν εξαφανίζεται. Παύει, όμως, να λειτουργεί ως ανεξέλεγκτη ασυδοσία παρατραβηγμένων ερμηνευτικών συνειρμών. Για να αποδοθεί σε μια λέξη μια ιδιαίτερη συμβολική ή διακειμενική σημασία, δεν αρκεί να εντοπιστεί κάπου αλλού η ίδια λεξική μορφή. Χρειάζεται να τεκμηριωθεί η λειτουργία της στο συγκεκριμένο περιβάλλον.
Συνεπώς, η σημασία δεν παγιώνεται επειδή οι λέξεις είναι αμετάβλητες, αλλά επειδή οι δυνατότητες χρήσης τους υπόκεινται σε συστηματικούς και κοινωνικά αναγνωρίσιμους περιορισμούς.
<> ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ 4ο ΜΕΡΟΣ

