ΚΕΡΚΥΡΑΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ- ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑΠΟΛΙΤΙΚΗ

Είμαστε με τον άνθρωπο που δημιουργεί, η με αυτόν που “καταγγέλλει”; του Γιάννη Ρεβύθη

Με έγγραφο που έφτασε καλοκαιριάτικα στούς καταστηματάρχες, από τη Διεύθυνση Δασών Κέρκυρας, ζητείται η άμεση απομάκρυνση των τραπεζοκαθισμάτων από το άλσος της Γαρίτσας. Μία εντολή που έρχεται στη χειρότερη δυνατή στιγμή. Εν μέσω τουριστικής περιόδου, όταν η πόλη γεμίζει από επισκέπτες, όταν κάθε τραπέζι σημαίνει έσοδα, εργασία και ψωμί για εκατοντάδες οικογένειες.

Κι εδώ είναι το παράδοξο. Οι επαγγελματίες που δραστηριοποιούνται στην περιοχή δεν είναι παραβάτες. Διαθέτουν άδειες παραχώρησης κοινόχρηστου χώρου, για τις οποίες έχουν πληρώσει ακριβά στον Δήμο. Τηρούν τούς όρους και τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, λειτουργούν με διαφάνεια και σεβασμό στον δημόσιο χώρο. Κι όμως, βρίσκονται σήμερα αντιμέτωποι με ένα διοικητικό αλαλούμ, που τους αφήνει εκτεθειμένους και αβοήθητους, κυριολεκτικά στο δρόμο.
Δεκάδες καταστήματα και εκατοντάδες εργαζόμενοι κινδυνεύουν με λουκέτο άμεσα. Μιλάμε για οικογένειες, νέους που δουλεύουν για να μείνουν στον τόπο τους, για επιχειρήσεις που επενδύουν, πληρώνουν φόρους και ασφαλιστικές εισφορές.

Είναι γνωστό πλέον πως πίσω από αυτές τις ενέργειες βρίσκονται πιέσεις και ενέργειες συγκεκριμένων συλλόγων. Σύλλογοι που εμφανίζονται ως σύγχρονοι Ρομπέν των Δασών, «προστάτες του δημόσιου χώρου», αλλά που στην πράξη καταλήγουν να ζητούν το κλείσιμο των επιχειρήσεων.
Πρεσβευτές της καταστροφολογίας. Όχι διαλόγους. Όχι λύσεις. Μόνο απαγορεύσεις και καταστολή.

Ο Κερκυραίος επαγγελματίας βρίσκεται ξανά στο στόχαστρο. Δραστηριοποιείται σε ένα κράτος που του παίρνει τα πάντα και του προσφέρει μηδενική στήριξη, κι από την άλλη πλευρά κινούνται τα οργανωμένα συμφέροντα που με τη σφραγίδα «συλλόγου» απαιτούν την εξόντωσή του.

Το ερώτημα στο οποίο καλούμεθα να απαντήσουμε είναι απλό και καίριο. Μπορεί μια κοινωνία να σταθεί χωρίς την επιχειρηματικότητα της; Χωρίς τους ανθρώπους που ρισκάρουν, επενδύουν και προσφέρουν εργασία;

Η απάντηση είναι απλή και ξεκάθαρη.

Η Κέρκυρα δεν χρειάζεται «αντιπάλους». Χρειάζεται συνεργασία, κοινή λογική και λύσεις. Χρειάζεται έναν Δήμο που δεν θα αφήνει τους επαγγελματίες του να πληρώνουν πρώτα… και να διώκονται μετά. Γιατί στο τέλος της ημέρας, ο μόνος που μένει αβοήθητος, είναι ο άνθρωπος που παλεύει να σταθεί όρθιος.

Μέσα σε αυτή την καταιγίδα που βιώνουν οι επαγγελματίες της Γαρίτσας, αλλο ένα εύλογο και οδυνηρό ερώτημα γεννιέται: Πού είναι το Επιμελητήριο; Πού είναι ο εμπορικός σύλλογος; Πού ειναι ο θεσμικός τους εκπρόσωπος, εκεί που πληρώνουν υποχρεωτικά κάθε χρόνο συνδρομές και τέλη;

Άκρα του τάφου σιωπή. Δεν είδαμε κάποια παρέμβαση. Καμία δήλωση στήριξης. Ούτε ένα έγγραφο, ούτε ένα τηλεφώνημα για να υπερασπιστεί τα μέλη του. Μήπως τελικά είναι μόνο για εκθέσεις, χαμόγελα και προεκλογικές φιέστες;

Ξαναρωτάει ο απλός άνθρωπος. Που είναι οι εμπορικοί και επαγγελματικοί σύλλογοι; Οι ίδιοι που σηκώνουν παντιέρες για τον “νόμο και ηθική”στην Πόλη,τώρα που καταρρέουν κινδυνεύουν με κατάρρευση δεκάδες επιχειρήσεις, δεν βρίσκουν να πουν ούτε μία λέξη; Ούτε καν για τα προσχήματα. Μούγκα.

Και πού είναι οι βουλευτές του νομού;
Εκλέγονται για να είναι δίπλα στους πολίτες. Δεν ειναι βουλευτές μόνο όταν έρχονται οι εκλογές για να γεμίζουν τα καφέ και τα ταβερνάκια της Κέρκυρας με χειραψίες και… σέλφι. Δυστυχως κάθε φορά που η κοινωνία τους χρειάζεται, είναι άφαντοι.

Το είδαμε και στην προχθεσινή συνάντηση των δημάρχων στο Φλαγγίνειο.
Η τοπική πολιτική σκηνή μοιάζει εγκλωβισμένη στην ακινησία, την αδιαφορία ή, ακόμη χειρότερα, στη βολική ουδετερότητα. Δεν είναι όμως ουδέτερη η σιωπή. Είναι συνενοχή.

Ας το καταλάβουν πριν να είναι αργά.
Ο Κερκυραίος επαγγελματίας δεν ζητά χάρη. Ζητά το αυτονόητο. Να μπορεί να δουλεύει, να ζει, να πληρώνει τους υπαλλήλους του, να μη μετατρέπεται σε αποδιοπομπαίο τράγο κάθε φορά που κάποιος θυμάται ότι υπάρχει… δασικός χάρτης ή «οικολογική ευαισθησία».
Αν οι θεσμοί δεν μπορούν να προστατεύσουν αυτόν τον επαγγελματία, τότε ποιον εξυπηρετούν;

Ο αγώνας δυστυχώς εδώ είναι άνισος. Και όσο πάει, γίνεται όλο και πιο σκληρός.

Από τη μία πλευρά, είναι ο επαγγελματίας της Κέρκυρας. Ξημεροβραδιάζεται στο μαγαζί του, μετράει το κάθε ευρώ, παλεύει με εφορίες, ασφαλιστικά ταμεία, ΔΕΗ, προμηθευτές και προσωπικό. Κάθε μήνα είναι ένας μαραθώνιος επιβίωσης. Μπαίνει πρώτος στο μαγαζί και βγαίνει τελευταίος.
Πληρώνει πρώτος και μένει απλήρωτος.

Κι από την άλλη… οι «άλλοι». Αυτοί που δεν έχουν ιδρώσει ποτέ για να ανοίξουν ρολά, να στρώσουν τραπέζια, να δουλέψουν στη λάντζα. Αυτοί πού περιφέρονται από γραφείο σε γραφείο, καταθέτοντας ενστάσεις, αιτήματα, εξώδικα και προσφυγές. Όχι για να φέρουν λύση, αλλά για να επιβάλουν τη διάλυση.
Με νομικά τερτίπια και κρυφές συνεργασίες, επιχειρούν να πετύχουν αυτό που δεν κατάφεραν ποτέ στην κοινωνία. Την αποδοχή της κοινωνίας.
Γιατί αυτή είναι η αλήθεια. Δεν τους ενοχλούν τα τραπέζια, τους ενοχλεί ο κόσμος που δουλεύει, που προοδεύει, που παράγει. Τους ενοχλεί η ίδια η ζωή.

Ο μικρομεσαίος επαγγελματίας δεν ζητά προνόμια. Ζητά ισονομία. Να τον βλέπει το κράτος όπως βλέπει και τις μεγάλες αλυσίδες που επεκτείνονται ανενόχλητες, που έχουν γεμίσει την Κέρκυρα, ακόμα και πάνω σε αιγιαλούς και δάση. Ζητά να σταματήσει η υποκρισία.

Ας το καταλάβουμε.

Η Κέρκυρα δεν μπορεί να προοδεύσει ούτε με αποφάσεις γραφείου, ούτε με καταγγελίες. Θα ευημερήσει μόνο αν επικρατήσει η εργασία, η συνεργασία και ο σεβασμός.
Και κάποια στιγμή πρέπει να το αποφασίσουμε. Με ποιους είμαστε; Με τον άνθρωπο που δημιουργεί ή με αυτόν που καταγγέλλει;