Γιώργος Μαχειμάρης: Στη μνήμη του μέλλοντος. Η παρακαταθήκη του Γιάννη Ρεβύθη για την Κέρκυρα του σήμερα και του αύριο.
Αγαπημένε φίλε Γιάννη,
λίγο πριν φύγεις, είχες πει με τον δικό σου τρόπο πως «πας για ρεκτιφιέ». Με εκείνο το γνώριμο χιούμορ που σε χαρακτήριζε, ακόμη και στα δύσκολα, έβρισκες πάντα χώρο για ένα πείραγμα, ένα χαμόγελο, μια κουβέντα που ελάφρυνε τη στιγμή.
Κανείς δεν περίμενε πως αυτή η κουβέντα θα αποκτούσε τόσο γρήγορα ένα τόσο βαρύ νόημα.
Και η Κέρκυρα από σήμερα είναι φτωχότερη.
Όχι μόνο γιατί έχασε έναν δημοσιογράφο με μακρά και έντονη παρουσία στα τοπικά μέσα, αλλά γιατί έχασε μια φωνή που δεν συνήθιζε να σιωπά. Έναν άνθρωπο που παρακολουθούσε τα πράγματα του τόπου, είχε άποψη, προβληματιζόταν, παρενέβαινε και δεν δίσταζε να ανοίγει δύσκολες συζητήσεις.
Για περισσότερες από τρεις δεκαετίες, μέσα από το «Ράδιο ΦΑΙΑΚΕΣ», τις «Επισημάνσεις της Κυριακής», το «Corfu Channel» και τη συνεχή αρθρογραφία σου, ήσουν παρών στη δημόσια ζωή της Κέρκυρας.
Δεν έβλεπες το νησί από απόσταση.
Το ζούσες, το παρατηρούσες, αγωνιούσες γι’ αυτό.
Και κυρίως το αγαπούσες αρκετά ώστε να μη χαρίζεσαι στα προβλήματά του.
Τα πράγματα του τόπου, η καθημερινότητα της Κέρκυρας ήταν πάντα στο επίκεντρο της σκέψης σου.Το κυκλοφοριακό, το νερό, η καθαριότητα, τα απορρίμματα, οι δημόσιοι χώροι, οι υποδομές.
Όταν έγραφες ότι «η Κέρκυρα ασφυκτιά», περιέγραφες μια πραγματικότητα που όλοι γνωρίζουμε .Και όταν έλεγες:«Να δούμε το δάσος, όχι μόνο το δέντρο», ζητούσες ουσιαστικά να υπάρχει ιεράρχηση, σοβαρότητα και ουσία.
Το ίδιο καθαρά έβλεπες και τον τουρισμό.
Δεν σου αρκούσε να αυξάνονται οι αφίξεις. Ρωτούσες τι πραγματικά μένει στην Κέρκυρα, τι κερδίζει η τοπική οικονομία, τι επιστρέφει στην κοινωνία και πόσο κοστίζει στο νησί κάθε επιπλέον επισκέπτης σε νερό, ενέργεια, δρόμους, υποδομές και περιβάλλον.
Και είχες γράψει μια φράση που αξίζει να μείνει:
«Η Κέρκυρα δεν χρειάζεται κατ’ ανάγκη περισσότερους τουρίστες. Χρειάζεται περισσότερη αξία από κάθε τουρίστα».
Μιλούσες για ανάπτυξη με μέτρο και σχέδιο. Για εκπαίδευση, επαγγελματισμό και αλλαγή νοοτροπίας. Για συνεργασία Δήμου, Περιφέρειας, Επιμελητηρίων, τουριστικών φορέων, επιχειρήσεων και κράτους.
Δεν ήθελες περισσότερους αριθμούς.
Ήθελες καλύτερο αποτέλεσμα για τον τόπο και τους ανθρώπους του.
Η πένα σου, όμως, δεν περιορίστηκε μόνο στην καθημερινότητα και στον τουρισμό.
Έγραψες για την κοινωνία, την πολιτική, την αυτοδιοίκηση, την ευκολία της πρόχειρης κριτικής, τις αντιφάσεις μας και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τα προβλήματα.
Ακόμη και οι τίτλοι σου είχαν τη δική τους ένταση:
«Η Αρχιτεκτονική της Μόνιμης Καταστροφής».
«Άλλο θέμα η ζημιά και άλλο η εκμετάλλευσή της».
«Κανείς προφήτης στον τόπο του…».
Μπορούσε κανείς να συμφωνεί μαζί σου. Μπορούσε να διαφωνεί. Δύσκολα όμως μπορούσε να σε αγνοήσει.
Σε απασχολούσε βαθιά και ο πολιτισμός του τόπου.
Η μουσική, η παράδοση, τα χωριά, οι άνθρωποι που δημιουργούν αθόρυβα και πολλές φορές δεν αναγνωρίζονται όσο είναι παρόντες.
Είχες γράψει ότι ο τόπος πρέπει να ξέρει να τιμά τους ανθρώπους του, να στηρίζει εκείνους που προσφέρουν και να αναγνωρίζει την αξία τους χωρίς να περιμένει πρώτα την επιβεβαίωση από αλλού. Σήμερα αυτή η σκέψη αποκτά άλλη βαρύτητα.
Γιατί η κριτική σου, όσο αιχμηρή κι αν ήταν κάποιες φορές, είχε πίσω της μια σταθερή πεποίθηση: ότι η Κέρκυρα αξίζει περισσότερα. Δεν κατήγγειλες για να καταγγείλεις.Ζητούσες να μη συμβιβαζόμαστε με το «έτσι είναι». Να μη συνηθίζουμε την ανεπάρκεια. Να κοιτάζουμε πίσω από τους αριθμούς και πίσω από την εικόνα.
Αυτό είναι και το αποτύπωμα που αφήνεις. Και αυτή είναι η παρακαταθήκη που αξίζει να κρατήσουμε. Να μην ξεχάσουμε , να προβληματιστούμε με τα ερωτήματα που έθεσες.
Να συνεχίσουμε να συζητούμε για μια Κέρκυρα που δεν θα μετρά μόνο αφίξεις και ποσοστά, αλλά ποιότητα ζωής, αντοχή υποδομών, πραγματικό όφελος για την κοινωνία, πολιτισμό, παιδεία και προοπτική.
Γιατί οι αριθμοί μπορεί να ευημερούν. Το ζητούμενο όμως είναι να ευημερεί ο τόπος. Και κυρίως οι άνθρωποί του.
Και ύστερα από όλα αυτά, μένει ο άνθρωπος.
Ο σύζυγος. Ο πατέρας. Ο φίλος. Ο άνθρωπος που καμάρωνε τη Σπυριδούλα και τους γιους του, τον Αντώνη και τον Γιάννο. Ο άνθρωπος που αγαπούσε το σκάκι, το τένις, τις παρέες, τα γέλια και τα πειράγματα.
Στη Σπυριδούλα, στον Αντώνη και στον Γιάννο, στην οικογένεια, στους συνεργάτες και σε όλους όσοι σε αγάπησαν, εκφράζω από καρδιάς τα πιο ειλικρινή συλλυπητήριά μου.
Αγαπημένε φίλε Γιάννη,
δεν πέρασες αθόρυβα από αυτόν τον τόπο.
Μίλησες. Έγραψες. Πήρες θέση. Προβλημάτισες. Πρόσφερες. Και άφησες ανεξίτηλο το αποτύπωμά σου.
Και η Κέρκυρα φτώχυνε. Γιατί κάθε τόπος γίνεται φτωχότερος όταν χάνει ανθρώπους που τον αγάπησαν βαθιά, που νοιάστηκαν γι’ αυτόν και που δεν έπαψαν να απαιτούν περισσότερα.
Η σκέψη σου, η αγωνία σου για τον τόπο και η δημόσια παρουσία σου μένουν ως παρακαταθήκη. Καλό ταξίδι, αγαπημένε φίλε Γιάννη. Η φωνή σου σίγησε.
Το αποτύπωμά σου, όμως, μένει.Και μαζί του μένει ζωντανή η αγωνία σου για μια καλύτερη Κέρκυρα.

