Η λέξη δεν είναι χρησμός: Για τα όρια της διακειμενικότητας και την επιστημολογία της ερμηνείας. 13 Απαντήσεις Σε Αναφομοίωτους Γλωσσολογικούς Ισχυρισμούς – Δοκίμιο σε 4 μέρη. … οι φιλοσοφικές αγωνίες περί «διαρκούς αναβολής του νοήματος» (Ντεριντά) πάνε περίπατο μπροστά στην απτή πραγματικότητα του ικανοποιητικώς κατανοήσιμου ωκεανού της γλώσσας…
- Από τη γλωσσική σύμβαση στην επιχειρησιακή επιτυχία: ο πλανήτης Άρης δεν περιμένει τη μεταφυσική ολοκλήρωση του νοήματος
Το ακόλουθο επιχείρημα είναι ακόμη πιο απτό, επειδή μεταφέρει το πρόβλημα από τη θεωρητική ερμηνεία στη λειτουργική επιτυχία της επικοινωνίας.
Ας αναλογιστούμε τις εντολές που αποστέλλονται σε ένα διαστημικό όχημα το οποίο εξερευνά την επιφάνεια του Άρη. Οι εντολές αυτές πρέπει να προσδιορίζουν, με ελεγχόμενο τρόπο, συγκεκριμένες ενέργειες: την κίνηση προς έναν στόχο, τη μεταβολή του προσανατολισμού, τη λειτουργία ενός επιστημονικού οργάνου, τη λήψη μιας εικόνας ή την εκτέλεση μιας ακολουθίας ενεργειών υπό καθορισμένες συνθήκες.
Οι ομάδες αποστολής δεν αρκούνται στην παραγωγή ενός απεριόριστου πλήθους πιθανών ερμηνειών της εντολής. Καθορίζουν τη σύνταξή της, τις επιτρεπόμενες παραμέτρους, τις προϋποθέσεις εκτέλεσης και τους κανόνες ελέγχου. Στη συνέχεια, η εντολή μετατρέπεται σε κατάλληλη μηχανικά αναγνώσιμη αναπαράσταση, ελέγχεται και αποστέλλεται στο σύστημα που θα την εκτελέσει.
Αν το όχημα λάβει μια έγκυρη εντολή να κινηθεί προς συγκεκριμένο σημείο, η επιτυχία δεν κρίνεται από το αν η έννοια της «κίνησης» παραμένει φιλοσοφικά ανοικτή σε απεριόριστες αναγνώσεις. Κρίνεται από το αν το σύστημα αποκωδικοποιεί σωστά την εντολή, αν ικανοποιούνται οι αναγκαίες προϋποθέσεις, αν η ενέργεια εκτελείται εντός των προβλεπόμενων περιορισμών και αν τα δεδομένα τηλεμετρίας επιβεβαιώνουν το αποτέλεσμα.
Η πρακτική αυτή δεν αποτελεί δευτερεύουσα λεπτομέρεια της τεχνολογίας. Αποτελεί μια εντυπωσιακή απόδειξη της δυνατότητας να μετατρέπουμε τη γλώσσα και τα συμβολικά συστήματα σε ακριβείς διαδικασίες, με σαφείς κανόνες εγκυρότητας, εκτέλεσης και επαλήθευσης.
Οι αποστολές των διαστημικών οχημάτων στον Άρη δεν λειτουργούν με μια γενική, αδιαφοροποίητη «γλώσσα». Βασίζονται σε εξειδικευμένα λεξιλόγια εντολών, τυποποιημένες παραμέτρους, μοντέλα κατάστασης και διαδικασίες επικύρωσης. Το γεγονός ότι οι εντολές αυτές μπορούν να εκτελεστούν με μεγάλη αξιοπιστία δείχνει ότι, σε κατάλληλα περιβάλλοντα, η συμβολική αναπαράσταση του γλωσσικά θεμελιωμένου νοήματος μπορεί να συνδέεται με συγκεκριμένες λειτουργικές συνέπειες.
Ας μην παραβλέπουμε, ωστόσο, μια αναγκαία διάκριση: η επιτυχής εκτέλεση μιας εντολής δεν αποδεικνύει ότι κάθε φυσική γλώσσα ή κάθε φιλοσοφική διατύπωση έχει ένα μοναδικό νόημα. Αποδεικνύει κάτι διαφορετικό, αλλά εξίσου ουσιώδες: ότι η απροσδιοριστία δεν είναι καθολική, ότι οι σημασίες μπορούν να προσδιορίζονται επαρκώς για συγκεκριμένους σκοπούς και ότι η επικοινωνία μπορεί να αξιολογείται με αντικειμενικά κριτήρια επιτυχίας και αποτυχίας.
Το επιχείρημα, επομένως, δεν είναι ότι η τεχνολογία έλυσε όλα τα προβλήματα της φιλοσοφίας της γλώσσας. Είναι όμως ότι η τεχνολογία αποδεικνύει καθημερινά πως η γλωσσική και συμβολική αναπαράσταση δεν είναι καταδικασμένη σε μια ατέρμονη αναβολή της λειτουργικής της σημασίας.
Η εντολή πρέπει να ερμηνευθεί επαρκώς, ώστε να εκτελεστεί. Και όταν η εκτέλεση αποτυγχάνει, η αποτυχία δεν θεραπεύεται με την επινόηση νέων, εκ των υστέρων ερμηνειών. Aπαιτεί έλεγχο της διατύπωσης, του κώδικα, των παραμέτρων, της κατάστασης του συστήματος και των περιβαλλοντικών συνθηκών.
Εδώ η γλωσσική σημασία αποκτά έναν επιχειρησιακό έλεγχο που περιορίζει δραστικά την «αποδομητική» αυθαιρεσία.
- Η Τεχνητή Νοημοσύνη ως δοκιμασία των θεωριών του νοήματος
Η ανάπτυξη των σύγχρονων συστημάτων Τεχνητής Νοημοσύνης προσθέτει ένα νέο επίπεδο στη συζήτηση. Τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα εκπαιδεύονται σε τεράστια σώματα κειμένων και, ανάλογα με την αρχιτεκτονική και τη διαδικασία εκπαίδευσής τους, σε εικόνες, κώδικα ή άλλες μορφές δεδομένων. Μαθαίνουν στατιστικές και δομικές κανονικότητες, προβλέπουν διαδοχικά γλωσσικά στοιχεία και, με πρόσθετες διαδικασίες εκπαίδευσης, προσαρμόζονται στην εκτέλεση οδηγιών, στη συνομιλία, στην παραγωγή κειμένου και στην επίλυση σύνθετων προβλημάτων.
Η ικανότητά τους να αναγνωρίζουν συμφραζόμενα, να διακρίνουν σχέσεις ανάμεσα σε έννοιες, να συνοψίζουν κείμενα, να γράφουν προγράμματα και να ακολουθούν σύνθετες οδηγίες δημιουργεί ένα ενδιαφέρον φιλοσοφικό ερώτημα: πώς μπορούν συστήματα που λειτουργούν πάνω σε μαθηματικές αναπαραστάσεις και επαναλαμβανόμενες κανονικότητες να παράγουν συμπεριφορές οι οποίες είναι, σε πολλές περιπτώσεις, λειτουργικά κατάλληλες και σημασιολογικά συνεκτικές;
Η απάντηση δεν χρειάζεται να προϋποθέτει ότι τα συστήματα αυτά διαθέτουν ανθρώπινη συνείδηση ή κατανοούν τον κόσμο ακριβώς όπως οι άνθρωποι. Αρκεί να αναγνωρίσουμε ότι η γλωσσική κανονικότητα, η δομή των συμφραζομένων και οι σχέσεις ανάμεσα στις έννοιες μπορούν να αποκτήσουν υπολογιστικά αξιοποιήσιμη μορφή.
Αν λοιπόν μια ψηφιακή γλωσσομηχανή, η οποία μάλιστα ταΐζεται με τεράστιους όγκους γλωσσικών δεδομένων, μπορεί να διακρίνει, μέσα σε ένα κατάλληλο πλαίσιο, την κυριολεκτική από τη μεταφορική χρήση μιας έκφρασης, να εντοπίζει αντιφάσεις, να παράγει μια συνεκτική περίληψη ή να μετατρέπει μια φυσική γλωσσική οδηγία σε κώδικα, τότε έχουμε ένα ισχυρό παράδειγμα του ότι η γλωσσική πληροφορία δεν αποτελεί απλώς μια άμορφη αλληλουχία λέξεων. Περιλαμβάνει δομές και κανονικότητες που μπορούν να αναγνωριστούν και να αξιοποιηθούν με αξιοθαύμαστη ακρίβεια (ναι μάλιστα από μία μηχανή!) παρά τις αποδομητικές φιοριτούρες του Ντεριντά περί διαρκούς αναβολής του νοήματος.
Ας θυμηθούμε ότι στη θεωρία του Ντεριντά, μια λέξη ή ένα κείμενο δεν περιέχει ποτέ ένα σταθερό, «αγνό» ή οριστικό νόημα. Αντίθετα, το νόημα διαρκώς μετατίθεται λέει ή αναβάλλεται (μια έννοια που ο ίδιος αποκαλούσε παιγνιωδώς différance), καθώς η κάθε λέξη παραπέμπει σε μια άλλη λέξη σε έναν ατέρμονα κύκλο σημείων, χωρίς ποτέ να αγκυροβολεί σε μια «αλήθεια» ή σε μια σταθερή ουσία. Ο Ντεριντά σαν να λέμε υποστήριζε ότι το νόημα είναι κάτι άπιαστο, ρευστό και αενάως αναβαλλόμενο, αμφισβητώντας τη δυνατότητα μιας καθαρής σύλληψης του νοήματος.
Και όμως, τα σύγχρονα υπολογιστικά συστήματα αποδεικνύουν ακριβώς το αντίθετο στην πράξη: μέσα από τα μαθηματικά, τα δεδομένα και τη στατιστική δομή της γλώσσας, τα μοντέλα καταφέρνουν να παράγουν λειτουργικά κατάλληλες, σημασιολογικά συνεκτικές και ακριβείς συμπεριφορές.
Έτσι οι φιλοσοφικές αγωνίες περί «διαρκούς αναβολής του νοήματος» (Ντεριντά) πάνε περίπατο μπροστά στην απτή πραγματικότητα του ικανοποιητικώς κατανοήσιμου ωκεανού της γλώσσας. Αποδεικνύεται δηλαδή ότι η γλώσσα έχει δομές, έχει κανόνες και σταθερές κανονικότητες που μια γλωσσική μηχανή μπορεί να τιθασεύσει, να αναγνωρίσει και να αξιοποιήσει με «αξιοθαύμαστη ακρίβεια» — όσο κι αν οι μεταμοντέρνες φιλοσοφίες επέμεναν στο αντίθετο.
Δεν πρέπει, βέβαια, να συγχέουμε τη λειτουργική επιτυχία με την αλάθητη κατανόηση. Τα γλωσσικά μοντέλα μπορούν μερικές φορές να παραγάγουν ανακριβείς πληροφορίες, να παρερμηνεύουν οδηγίες, να αποτυγχάνουν σε συλλογισμούς και να εμφανίζουν υψηλή γλωσσική ευχέρεια χωρίς αντίστοιχη αξιοπιστία σε κάθε επιμέρους έργο. Η πρόβλεψη του επόμενου γλωσσικού στοιχείου, από μόνη της, δεν ισοδυναμεί με πλήρη σημασιολογική κατανόηση.
Ωστόσο, θα ήταν εξίσου εσφαλμένο να συμπεράνουμε ότι, επειδή τα μοντέλα εκπαιδεύονται με στατιστικές διαδικασίες, η συμπεριφορά τους δεν έχει καμία σχέση με την επεξεργασία νοήματος. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι ποια είδη γλωσσικής και εννοιολογικής ικανότητας επιδεικνύουν, υπό ποιες συνθήκες, με ποια όρια και με ποια δυνατότητα επαλήθευσης.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν προσφέρει μια τελική μεταφυσική απάντηση στο πρόβλημα του νοήματος. Προσφέρει, όμως, ένα νέο πεδίο εμπειρικών δεδομένων, στο οποίο οι θεωρίες μας μπορούν να δοκιμάζονται ως προς την ικανότητά τους να εξηγούν ουσιαστικές επιδόσεις και πραγματικές αποτυχίες.
- Το αποφασιστικό συμπέρασμα: άλλο η μη εξάντληση του νοήματος και άλλο η αδυναμία προσδιορισμού του
Εδώ βρίσκεται, τελικά, η διάκριση που θεωρώ καθοριστική.
Το ότι κανένα είδος συμφραζομένων δεν εξασφαλίζει την εξάντληση όλων των πιθανών μελλοντικών χρήσεων ενός σημείου δεν συνεπάγεται ότι το νόημά του είναι αδύνατο να προσδιοριστεί σε μια συγκεκριμένη περίσταση. Το ότι μια λέξη μπορεί να επανεμφανιστεί σε νέες συνθήκες δεν σημαίνει ότι όλες οι συνθήκες είναι ισοδύναμες. Και το ότι μια εκφορά μπορεί να ερμηνευθεί διαφορετικά από διαφορετικούς αποδέκτες δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν κριτήρια για να αξιολογήσουμε τις ερμηνείες τους.
Η δυνατότητα νέας χρήσης δεν ακυρώνει τη δυνατότητα της παρούσας κατανόησης. Η ιστορική μεταβλητότητα δεν συνεπάγεται καθολική αστάθεια. Η πολυσημία δεν συνεπάγεται σημασιολογική αναρχία.
Μπορούμε να δεχθούμε ότι το νόημα δεν εξαντλείται σε μία τελική, υπεριστορική διατύπωση και ταυτόχρονα να αναγνωρίζουμε ότι σε συγκεκριμένες επικοινωνιακές περιστάσεις οι λέξεις έχουν επαρκώς προσδιορίσιμες σημασίες, οι εκφορές επιτελούν αναγνωρίσιμες πράξεις και οι εντολές παράγουν ελέγξιμα αποτελέσματα.
Αυτό ακριβώς δείχνουν τόσο οι συμβατικές λεξικές συνάψεις όσο και τα τεχνικά συστήματα που βασίζονται στην ακριβή αναπαράσταση και εκτέλεση εντολών. Η γλώσσα δεν χρειάζεται να διαθέτει ένα μεταφυσικά αμετάβλητο νόημα για να είναι λειτουργικά ακριβής. Χρειάζεται επαρκείς συμβάσεις, κατάλληλα συμφραζόμενα, προσδιορισμένους σκοπούς και δυνατότητες ελέγχου.
Αν, λοιπόν, η περίφημη αναβολή του νοήματος (κατά τον Ντεριντά) εκληφθεί ως θέση ότι κανένα νόημα δεν μπορεί ποτέ να προσδιοριστεί επαρκώς, τότε προσκρούει στην καθημερινή και επιστημονικά ελέγξιμη πραγματικότητα της επικοινωνίας. Αν, αντιθέτως, σημαίνει ότι καμία ερμηνεία δεν εξαλείφει κάθε πιθανότητα μελλοντικής επανεγγραφής, τότε δεν αναιρεί την ύπαρξη σταθερών συμβάσεων, λειτουργικών προσδιορισμών και αντικειμενικά ελέγξιμων επικοινωνιακών επιτυχιών.
Αυτές οι δύο θέσεις δεν είναι ισοδύναμες. Και όποιος τις συγχέει, κινδυνεύει να μετατρέψει μια εύλογη παρατήρηση για την ιστορικότητα της γλώσσας σε μια υπερβολική θεωρία περί αδυναμίας προσδιορισμού του νοήματος.
Επομένως, η σημασία μπορεί να είναι ανοιχτή ως προς τις μελλοντικές χρήσεις της, χωρίς όμως να είναι ασαφής και αόριστη ως προς την παρούσα λειτουργία της.
Και αυτή η διάκριση αρκεί για να μετατοπίσει το βάρος της συζήτησης από τη θορυβώδη ρητορική της απροσδιοριστίας στην επιστημονική εξέταση των όρων υπό τους οποίους η γλώσσα γίνεται ικανοποιητικώς κατανοητή, ελέγξιμη και αποτελεσματική.

