Τομεακή Επιτροπή του Κ.Κ.Ε: Με επιτυχία η εκδήλωση για το Εθνικό Απολυτήριο
Με επιτυχία πραγματοποιήθηκε η εκδήλωση που διοργάνωσε η Τομεακή Επιτροπή Κέρκυρας του ΚΚΕ με θέμα «Εθνικό Απολυτήριο – Σχολείο Εξεταστικό Κέντρο. Τα παιδιά μας αξίζουν ένα σχολείο της γνώσης και όχι της από-γνωσης!» και ομιλητή τον Κυριάκο Ιωαννίδη, μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ και υπεύθυνο του Τμήματος Παιδείας της ΚΕ του ΚΚΕ. Σημαντική ήταν συμμετοχή εκπαιδευτικών, γονιών και μαθητών και πλούσια η συζήτηση που ακολούθησε την εισηγητική ομιλία.
Τους παρευρισκόμενους καλωσόρισε η Ειρήνη Ασπιώτη, μέλος της ΤΕ Κέρκυρας του ΚΚΕ και Γραμματέας της ΚΟΒ Εκπαιδευτικών Κέρκυρας που επεσήμανε ότι: «Αυτήν την περίοδο, με το άνοιγμα των σχολείων, φουντώνει ξανά η συζήτηση γύρω από τα προβλήματα της εκπαίδευσης, προβλήματα που κάθε χρόνο μοιάζουν να γίνονται περισσότερα και πιο σύνθετα. Προβληματίζουν οι αλλαγές που προωθούνται στη δομή και το περιεχόμενο του σχολείου. Μαθητές, γονείς και εκπαιδευτικοί, ο καθένας από τη δική του θέση, βιώνουν τις αντιφάσεις και τα αδιέξοδα ενός σχολείου που γεννά ολοένα και περισσότερα ερωτήματα για τον σκοπό και τον ρόλο του. Η κυβέρνηση πατώντας πάνω σε υπαρκτά προβλήματα του σχολείου προσπαθεί να αποσπάσει τη συναίνεση του λαού για τις αλλαγές που φέρνει. Πρέπει όμως να συζητήσουμε ποιον πραγματικά υπηρετούν αυτές οι αλλαγές.»
Από τη μεριά του ο Κυριάκος Ιωαννίδης ανέδειξε ότι: « Η συζήτηση για το λεγόμενο «Εθνικό Απολυτήριο» (ΕθΑπ), που αποτελεί βασικό κρίκο στο κυβερνητικό πρόγραμμα της ΝΔ, δεν αναθερμάνθηκε τυχαία. Τον Σεπτέμβρη του 2025, από το βήμα της ΔΕΘ, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης επιχείρησε να ντύσει με τον μανδύα του «εθνικού διαλόγου» μια προαποφασισμένη αντιλαϊκή τομή, καλώντας τα κόμματα της αντιπολίτευσης να συναινέσουν σε ένα σχέδιο που στόχο έχει να εφαρμοστεί άμεσα, πάνω στους μαθητές που σήμερα βρίσκονται στη Β Γυμνασίου.
Από τότε, η κυβέρνηση παίζει ένα καλοστημένο παιχνίδι αποπροσανατολισμού. Με συνεχείς παλινωδίες και «μπρος–πίσω», θολώνει σκόπιμα τα νερά γύρω από το περιεχόμενο της μεταρρύθμισης: άλλοτε αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο συνυπολογισμού των πανελλαδικού τύπου εξετάσεων για την εισαγωγή στα πανεπιστήμια, άλλοτε το θάβει προσωρινά· μεταθέτει χρονικά την εφαρμογή· αλλάζει τους όρους του διαλόγου. Όχι γιατί δεν έχει σχέδιο, αλλά γιατί επιδιώκει να το περάσει χωρίς μαζικές αντιδράσεις. (…) Ο στόχος του εθνικού απολυτηρίου είναι να αποκλείσει ακόμα περισσότερα παιδιά από τη μόρφωση. Και για να τον πολεμήσουμε πρέπει τώρα να δείξουμε τη μέγιστη δυνατή επιμονή στο δικαίωμα των παιδιών μας, ανεξάρτητα από τις επιλογές που θα κάνουν στη ζωή, να μορφώνονται ολόπλευρα, όχι υπερασπιζόμενοι το υπάρχον σχολείο και Λύκειο αλλά και ούτε κλείνοντας το μάτι και συμβάλλοντας άθελα μας στους σχεδιασμούς που το κάνουν πιο ταξικό, πιο ανταγωνιστικό, πιο βαρετό, τελικά πιο εχθρικό στις ανάγκες των μαθητών.»
Σε άλλο σημείο έθεσε το ερώτημα: «τι θέλει να φέρει η κυβέρνηση μέσα από το εθνικό απολυτήριο; Προβλέπονται εξοντωτικές εξεταστικές διαδικασίες τύπου πανελλαδικών εξετάσεων από την Α΄ Λυκείου με θέματα που θα μπαίνουν κατά 100% από Τράπεζα Θεμάτων. Ενώ συνεχίζουν κανονικά και οι Πανελλαδικές εξετάσεις. Με απλά λόγια, παιδιά από 15 ετών θα βιώνουν το άγχος της Γ΄ Λυκείου και στην Α΄ Λυκείου και στη Β΄ Λυκείου! Αυτή είναι η βασική πλευρά του εθνικού απολυτηρίου και πραγματικά σε όποιον καλοπροαίρετο άνθρωπο την πεις θα σου πει ότι εδώ πρόκειται για έγκλημα κατά της ζωής των μαθητών αλλά και ακόμα μεγαλύτερη επίθεση στην τσέπη της λαϊκής οικογένειας.
Και γι’ αυτό τον λόγο. Επειδή είναι αυτονόητη η πρώτη αρνητική αντίδραση του κόσμου, επιδιώκουν να φτιασιδώσουν αυτό το αίσχος με μπόλικη προπαγάνδα και ψέματα.» (…) «Υποστηρίζει η κυβέρνηση: “Το κάνουμε για το καλό των παιδιών, για να μην κρίνεται η ζωή τους από μία τρίωρη εξέταση”. Ποια είναι η πραγματικότητα όμως; Αυτά έλεγαν και οι προηγούμενες κυβερνήσεις ήδη από τη δεκαετία του 1990 (Αρσένης 1997) και ως “λύση” έφεραν περισσότερες εξετάσεις με αποτέλεσμα η πίεση όχι μόνο να μην μειωθεί αλλά να μεγαλώσει.
Αν πραγματικά η κυβέρνηση δεν ήθελε να κρίνεται η ζωή των παιδιών από ένα τρίωρο, θα δεχόταν το αίτημα των γονιών και των εκπαιδευτικών: να μπορούν οι μαθητές να κρατούν τους βαθμούς στα μαθήματα που πήγαν καλά και να ξαναδίνουν σε όσα δεν τους ικανοποιούν. Αυτό είχε εφαρμοστεί στο παρελθόν και έδωσε ανακούφιση σε πολλά παιδιά.
Δεν είναι τυχαίο ότι επιστημονικές έρευνες τα τελευταία χρόνια δείχνουν μια ανησυχητική αύξηση των συμπτωμάτων άγχους στους εφήβους. Εκτιμάται ότι σχεδόν ένας στους πέντε εμφανίζει κάποια μορφή αγχώδους διαταραχής. Αυτό σημαίνει ότι σε μια σχολική τάξη 25 παιδιών, περίπου πέντε ζουν με έντονο άγχος σε καθημερινή βάση.
Και το άγχος αυτό δεν είναι απλώς «λίγη πίεση». Είναι αϋπνίες, ταχυκαρδίες, φόβος αποτυχίας, αίσθηση ανεπάρκειας, απογοήτευση, ακόμη και σωματικά συμπτώματα. Αυτό έχει βαθύτερες συνέπειες απ’ όσες φαίνονται. Γιατί η μάθηση δεν είναι απλή αποθήκευση πληροφοριών. Είναι διαδικασία ψυχική, συναισθηματική, δημιουργική. Ένα παιδί μαθαίνει πραγματικά όταν νιώθει ασφάλεια, όταν έχει χώρο να δοκιμάσει, όταν δεν φοβάται ότι θα στιγματιστεί αν κάνει λάθος. Αντίθετα, όταν το κυρίαρχο συναίσθημα είναι το άγχος, η σκέψη μπλοκάρει, η φαντασία περιορίζεται, η δημιουργικότητα μειώνεται.
Και τότε συμβαίνει κάτι ακόμη πιο ανησυχητικό: το παιδί αρχίζει να ταυτίζει την αξία του με την επίδοσή του. Αν πάει καλά, νιώθει ότι αξίζει. Αν δεν πάει, νιώθει ότι αποτυγχάνει ως άνθρωπος.
H απάντηση λοιπόν στο ερώτημα «Έχει λιγότερο άγχος ένα παιδί που εξετάζεται συνεχώς;» είναι αυτονόητη: όχι. Το άγχος δεν εξαφανίζεται επειδή οι εξετάσεις «μοιράζονται». Αντίθετα, γίνεται μόνιμος συνοδοιπόρος της καθημερινότητας. Κάθε εργασία, κάθε μάθημα, κάθε δραστηριότητα μετατρέπεται σε πιθανή «δοκιμασία».
Σκεφτείτε την καθημερινότητα ενός παιδιού: το πρωί στο σχολείο, με ενδοσχολικές εξετάσεις Πανελλαδικού τύπου, μετά στο σπίτι διαβάζει για την επόμενη, επιπλέον μαθήματα, φροντιστήριο, εξωσχολικές δραστηριότητες. Πού μένει χρόνος για σκέψη; Πού μένει χώρος για δημιουργία; Πού μένει η παιδική ή εφηβική ζωή, η οποία είναι απαραίτητη για την ψυχολογική ωρίμανση;»
Κλείνοντας την εισηγητική ομιλία τόνισε: «Το Λύκειο νοσεί γιατί η κοινωνία που το στηρίζει νοσεί. Σαπίζει. Ακριβώς επειδή εντάσσεται στις ανάγκες του καπιταλιστικού συστήματος, μετατρέπεται όλο και περισσότερο σε ένα ατελείωτο εξεταστικό κέντρο, σε ένα «προθάλαμο» φροντιστηρίου. Ένα σχολείο που αντί να μορφώνει ολόπλευρα, απαξιώνεται στη συνείδηση των μαθητών, αδειάζει από περιεχόμενο, απογυμνώνεται από κάθε ουσιαστική μορφωτική και παιδαγωγική λειτουργία. Και αυτό δεν είναι «αστοχία»· είναι συνειδητή επιλογή.
Γιατί ο καπιταλισμός δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς ανταγωνισμό. Ζει και αναπαράγεται μέσα από αυτόν. Και αυτός ο ανταγωνισμός μεταφέρεται και στο σχολείο: οι μαθητές ωθούνται να παλέψουν ο ένας ενάντια στον άλλο για μια «θέση στον ήλιο», σε μια κοινωνία όπου το δικαίωμα στη σταθερή εργασία και στις ουσιαστικές σπουδές υπονομεύεται διαρκώς. Σε μια κοινωνία όπου, λόγω της αναρχίας της παραγωγής και της δίψας για κέρδος, η εργατική δύναμη είτε περισσεύει και πετιέται στην ανεργία είτε αξιοποιείται φθηνά και ευκαιριακά.
Αυτές οι πλευρές δεν είναι «δευτερεύουσες». Είναι η καρδιά του προβλήματος. Και γι’ αυτό είναι αναγκαίο να αναδεικνύονται σταθερά, σε αντιπαράθεση με τα επιμέρους μέτρα και τις «μεταρρυθμίσεις» που προωθούνται. Οι θέσεις του ΚΚΕ για την πρόσβαση, για το Λύκειο, για την εκπαίδευση συνολικά, δεν αποτελούν μια δέσμη τεχνικών προτάσεων. Αποτελούν πρόταση σύγκρουσης με την ίδια τη λογική που μετατρέπει τη γνώση σε εμπόρευμα και τη μόρφωση σε προνόμιο.
Γιατί το ζήτημα της επιλογής δεν εξαφανίζεται σε μια άλλη κοινωνία — αλλά αλλάζει χαρακτήρα. Σε μια σοσιαλιστική οργάνωση της κοινωνίας, η όποια επιλογή δεν θα είναι εργαλείο αποκλεισμού, αλλά επιστέγασμα μιας συνολικής κοινωνικής διαδικασίας που διασφαλίζει πραγματικά ίσους όρους για όλους. Μιας διαδικασίας όπου, με ευθύνη του εργατικού κράτους, λαμβάνονται άμεσα και ουσιαστικά μέτρα — οικονομικά, κοινωνικά και εκπαιδευτικά — ώστε κάθε παιδί να έχει πλήρη και ολόπλευρη πρόσβαση στη γνώση.
Αυτό σημαίνει ενιαίο δωδεκάχρονο σχολείο σύγχρονης γενικής παιδείας για όλους, ισχυρές δημόσιες δομές προσχολικής αγωγής, κατάργηση κάθε φραγμού που αναπαράγει την ανισότητα. Σημαίνει ένα σχολείο που δεν θα εξοντώνει, δεν θα διαλέγει και δεν θα αποκλείει — αλλά θα μορφώνει, θα διαπαιδαγωγεί και θα ανοίγει πραγματικά δρόμους για τη ζωή της νέας γενιάς.»
Μετά το τέλος της ομιλίας ακολούθησαν πολλές ερωτήσεις αλλά και τοποθετήσεις από τους συμμετέχοντες. Απασχόλησε ιδιαίτερα ο ρόλος του εκπαιδευτικούς μέσα σε ένα σχολείο που συνεχώς αλλάζει, τα φαινόμενα παραβατικής συμπεριφοράς των μαθητών και οι αιτίες τους, οι εξαρτήσεις από το διαδίκτυο και το «κόλλημα» στις οθόνες των νέων παιδιών, ο εξοβελισμός της αισθητικής και της φυσικής αγωγής από το εκπαιδευτικό σύστημα, ο ρόλος του πολλαπλού βιβλίου, οι εξαγγελίες για την απαγόρευση της πρόσβασης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σε παιδιά κάτω των 15 ετών κ.α.

