ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ- ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ

Το Μέτωπο της Μετριότητας και η Αγωνία της Δημιουργίας Του Σπύρου Άνδρεϊτς

..ο φθόνος είναι μία μεταμφιεσμένη παραδοχή ότι ο ζηλόφθονος δεν μπορεί να συμφιλιωθεί με τον αληθινό εαυτό του. Είναι σαν να λέει μέσα του «ο εαυτός μου δεν μου αρέσει καθόλου»…γιατί να φθονήσει αυτός που γνωρίζει την αυταξία του;…

 

«Οι μέτριοι όλων των παρατάξεων φτιάχνουν μέτωπα για να φράξουν τον δρόμο στους άξιους». Η φράση αυτή, που μου είπε κάποτε ο Φ.Δ. σε μια από εκείνες τις συζητήσεις που συνεχίζονται μέσα σου πολύ καιρό μετά το τέλος τους, μου έμεινε. Όχι μόνο επειδή είναι αιχμηρή, αλλά επειδή αγγίζει μια πραγματικότητα που συναντά κανείς πολύ συχνά και σε πολλούς διαφορετικούς χώρους. Στην πολιτική, στην επιστήμη, στην εκπαίδευση, στις τέχνες, στους επαγγελματικούς χώρους, ακόμη και στις πιο μικρές κοινωνικές ομάδες, υπάρχουν στιγμές που η πραγματική αξία ενοχλεί περισσότερο από την ανικανότητα. Ο άνθρωπος που έχει ιδέες, που δημιουργεί, που αμφισβητεί τα καθιερωμένα και που δεν φοβάται να δοκιμάσει κάτι διαφορετικό μπορεί να γίνει ενοχλητικός για εκείνους που έχουν βολευτεί σε μια κατάσταση όπου τίποτε δεν αλλάζει. Και τότε δημιουργούνται, άλλοτε φανερά και άλλοτε σιωπηλά, μικρά ή μεγάλα «μέτωπα». Δεν χρειάζεται να υπάρχει πάντα οργανωμένο σχέδιο. Αρκεί μια κοινή ανάγκη: να μη διαταραχθεί η αρρωστημένη ισορροπία που έχει εξασφαλίσει σε κάποιους παρά φύσιν θέση, αναγνώριση ή επιρροή.

Όταν η αξία γίνεται απειλή

Η πραγματική αξιοσύνη, άλλωστε, δεν είναι απλώς η ικανότητα να κάνεις καλά μια δουλειά. Είναι και η διάθεση να δημιουργήσεις κάτι που δεν υπήρχε πριν. Να δεις αυτό που οι άλλοι προσπερνούν, να αμφισβητήσεις μια βεβαιότητα, να προτείνεις έναν διαφορετικό δρόμο. Ο άνθρωπος που δημιουργεί δεν αισθάνεται πάντοτε ασφαλής μέσα στα καθιερωμένα δεδομένα. Έχει την ανάγκη να τα δοκιμάσει, να τα αξιολογήσει με βάση την πραγματικότητα και, αν χρειαστεί, να τα αλλάξει. Και ακριβώς αυτή η διάθεση είναι που μπορεί να προκαλέσει ανασφάλεια σε όσους έχουν συνηθίσει να λειτουργούν μέσα σε ένα απολύτως προβλέψιμο περιβάλλον. Γιατί ο δημιουργικός άνθρωπος, η νέα ιδέα, η διαφορετική πρόταση δεν φέρνει μόνο μια ευκαιρία. Φέρνει και ένα ενοχλητικό ερώτημα: μήπως όλα όσα θεωρούσαμε ικανοποιητικά μέχρι σήμερα δεν αρκούν τελικά;

Εκεί συχνά εμφανίζεται η μίμηση και, μαζί της, ο φθόνος. Η μίμηση είναι ο εύκολος δρόμος. Δεν απαιτεί το ρίσκο της πρωτοτυπίας ούτε την αγωνία της δημιουργίας. Μπορεί κανείς να αντιγράψει μια ιδέα, ένα ύφος, μια συμπεριφορά, ακόμη και έναν τρόπο σκέψης, χωρίς να χρειαστεί να περάσει από τη δύσκολη διαδικασία που γέννησε το πρωτότυπο. Ο φθόνος, από την άλλη, είναι πιο ύπουλος. Δεν λέει πάντοτε «θέλω να γίνω σαν αυτόν». Συχνά ενδόμυχα ψιθυρίζει «δεν θέλω αυτός να ξεχωρίζει». Και κάπως έτσι η επιτυχία του άλλου αντιμετωπίζεται όχι ως αφορμή έμπνευσης, αλλά ως προσωπική απειλή. Όσο περισσότερο κάποιος αισθάνεται ότι η παρουσία ενός άξιου ανθρώπου τον εκθέτει, τόσο μεγαλύτερος γίνεται ο πειρασμός να μειώσει τον άλλον αντί να προσπαθήσει να βελτιώσει τον εαυτό του. Στην ουσία ο φθόνος είναι μία μεταμφιεσμένη παραδοχή ότι ο ζηλόφθονος δεν μπορεί να συμφιλιωθεί με τον αληθινό εαυτό του. Είναι σαν να λέει μέσα του «ο εαυτός μου δεν μου αρέσει καθόλου». Με άλλα λόγια γιατί να φθονήσει αυτός που γνωρίζει την αυταξία του;

Όταν η μετριότητα γίνεται κανονικότητα

Το πιο ανησυχητικό, όμως, δεν είναι ότι υπάρχουν μέτριοι άνθρωποι. Αυτό είναι αναπόφευκτο και, σε έναν βαθμό, ανθρώπινο. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η μετριότητα παύει να αναγνωρίζεται ως τέτοια και μετατρέπεται σε κανόνα. Όταν το προβλέψιμο θεωρείται ασφαλές, το πρόχειρο επαρκές και το πραγματικά αξιόλογο ακραίο ή «περίεργο». Τότε δημιουργείται ένα περιβάλλον στο οποίο δεν χρειάζεται πλέον να πολεμήσεις την ποιότητα κατά μέτωπο. Αρκεί να την απομονώσεις, να την αγνοήσεις, να την παρουσιάσεις ως επικίνδυνη υπερβολή ή να αφήσεις να εννοηθεί ότι ο άξιος άνθρωπος «δεν ταιριάζει» στο σύστημα. Έτσι, χωρίς μεγάλες συγκρούσεις και χωρίς θεαματικές αποφάσεις, το μέτριο αποκτά χώρο και η αξία υποχωρεί.

Υπάρχει, μάλιστα, κάτι βαθιά ανθρώπινο σε αυτή τη συμπεριφορά. Όταν κάποιος δυσκολεύεται να αντιμετωπίσει τις δικές του αδυναμίες, είναι πολύ πιο εύκολο να υποτιμήσει την αξία του άλλου. Αντί να ρωτήσει «τι μπορώ να μάθω από αυτόν;», προτιμά να πει «δεν είναι και τόσο αξιόλογος». Έτσι προστατεύεται η εικόνα που έχει δημιουργήσει για τον εαυτό του. Η αυταπάτη γίνεται ένα είδος καταφυγίου, ένας τρόπος να αποφεύγουμε τη δύσκολη συνάντηση με τις προσωπικές μας ελλείψεις. Ίσως γι’ αυτό χρειάζεται και μια κάποια επιείκεια απέναντι στην ανθρώπινη αδυναμία. Δεν μπορούμε να υποχρεώσουμε κανέναν να δει αυτό που δεν θέλει να δει. Η αυτογνωσία, άλλωστε, δεν επιβάλλεται απ’ έξω. Και ο σεβασμός στον άλλον περιλαμβάνει κάποτε και την αποδοχή ότι ο καθένας έχει τον δικό του χρόνο —ή ακόμη και το δικαίωμα να παραμείνει προσκολλημένος στις βεβαιότητές του.

Η αγωνία εκείνων που δημιουργούν

Απέναντι σε αυτή την αδράνεια βρίσκεται ο δημιουργός. Και εδώ υπάρχει μια παρεξήγηση: συχνά φανταζόμαστε τον άνθρωπο που δημιουργεί ως κάποιον αυτάρκη, βέβαιο για τον εαυτό του, απαλλαγμένο από αμφιβολίες. Στην πραγματικότητα, συμβαίνει πολλές φορές το αντίθετο. Πίσω από μια νέα ιδέα, ένα έργο, μια επιστημονική αναζήτηση ή μια προσπάθεια να αλλάξει κάτι υπάρχει συχνά μια βαθιά εσωτερική ανησυχία. Ο δημιουργός δεν είναι απαραίτητα ο πιο ήρεμος άνθρωπος του κόσμου. Είναι εκείνος που δεν μπορεί εύκολα να συμβιβαστεί με αυτό που βλέπει γύρω του. Κάτι τον ενοχλεί, κάτι του φαίνεται ανολοκλήρωτο, κάτι μέσα του επιμένει ότι θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Αυτή η εσωτερική τριβή μπορεί να γίνει βάρος, αλλά μπορεί να γίνει και δύναμη δημιουργίας.

Ίσως ακόμη πιο σημαντική είναι η αμφιβολία. Όχι η αμφιβολία που παραλύει, αλλά εκείνη που μας υποχρεώνει να ξανασκεφτούμε όσα θεωρούμε δεδομένα. Η πιο δύσκολη ερώτηση δεν είναι πάντοτε αν οι άλλοι κάνουν λάθος. Είναι μήπως έχουμε εμείς υπερεκτιμήσει τον εαυτό μας, μήπως αυτά που πιστεύουμε χρειάζονται αναθεώρηση, μήπως υπάρχει κάτι που δεν έχουμε ακόμη καταλάβει. Αυτή η αμφιβολία είναι οδυνηρή, αλλά είναι και δημιουργική. Μας κρατά σε εγρήγορση. Μας εμποδίζει να θεωρήσουμε ότι φτάσαμε. Γιατί εκείνος που αισθάνεται ότι τα γνωρίζει όλα, κατά κανόνα παύει να ψάχνει. Εκείνος όμως που εξακολουθεί να αναρωτιέται, διατηρεί ανοιχτό τον δρόμο προς το αληθινά αναγκαίο.

Και ίσως εδώ βρίσκεται η πραγματική διαφορά ανάμεσα στη μετριότητα και στη δημιουργία. Δεν είναι ότι ο ένας άνθρωπος έχει όλες τις απαντήσεις και ο άλλος καμία. Είναι ότι ο ένας αισθάνεται ασφαλής μέσα στις βεβαιότητές του, ενώ ο άλλος αντέχει να ζει με ερωτήματα. Η πρόοδος δεν γεννιέται συνήθως από εκείνους που είναι απόλυτα ικανοποιημένοι με όσα υπάρχουν, αλλά από εκείνους που αισθάνονται ότι κάτι μπορεί να γίνει καλύτερα. Η κοινωνία έχει ανάγκη και από τους δύο, αλλά οφείλει να προσέχει ποιον τελικά επιβραβεύει. Γιατί όταν επιβραβεύεται συστηματικά η ευκολία και τιμωρείται η προσπάθεια, όταν η πρωτοβουλία αντιμετωπίζεται ως απειλή και η αδράνεια ως ασφάλεια, τότε δεν προστατεύουμε την κοινωνική ισορροπία. Προστατεύουμε τη στασιμότητα.

Η δημιουργία, αντίθετα, έχει πάντα ένα τίμημα. Απαιτεί κόπο, έκθεση, αποτυχίες, αμφιβολίες και την πιθανότητα να μην αναγνωριστεί αμέσως. Γι’ αυτό και χρειάζεται ένα περιβάλλον που δεν θα φοβάται εκείνους που ξεχωρίζουν, αλλά θα τους δίνει χώρο να δοκιμάσουν, να αποτύχουν, να ξαναπροσπαθήσουν και τελικά να προσφέρουν κάτι λυτρωτικά καινούργιο. Δεν είναι εύκολο. Όπως δεν είναι εύκολο να κοιτάξει κανείς κατάματα τις δικές του αδυναμίες. Αλλά χωρίς αυτή την προσωπική και συλλογική αυτογνωσία, κάθε κοινωνία κινδυνεύει να γίνει ένα ασφαλές καταφύγιο για το μέτριο και ένα άβατο πεδίο για το δημιουργικό.

Τελικά, το πραγματικό δίλημμα δεν είναι ανάμεσα σε «μέτριους» και «άξιους» ανθρώπους, σαν να πρόκειται για δύο απόλυτα και αμετάβλητα στρατόπεδα. Είναι ανάμεσα σε δύο διαφορετικές στάσεις ζωής: στη βολή αυτού που ήδη γνωρίζουμε και στην ανησυχία εκείνου που θέλει να ανακαλύψει κάτι παραπάνω. Η πρώτη μας προσφέρει την ράθυμη ασφάλεια. Η δεύτερη έχει κόστος, αλλά ανοίγει δρόμους. Και κάθε κοινωνία που θέλει να προχωρήσει χρειάζεται να αποφασίσει τι θα προστατεύσει περισσότερο: την άνεση της στασιμότητας ή την αγωνία της δημιουργίας.