ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ- ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑΟΙΚΟΝΟΜΙΑ -ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ο Μαλθακός Ναρκισσισμός και ο Θάνατος της Συνέχειας: Γιατί η Υπογεννητικότητα δεν Είναι Απλώς Οικονομικό Ζήτημα, αλλά Υπαρξιακή Αλλοίωση Του Σπύρου Άνδρεϊτς

1ο ΜΕΡΟΣ

Η ψευδαίσθηση της «αναδιάταξης» και η πραγματικότητα της αλλοίωσης

Η συζήτηση για τη δημογραφική κρίση και τη διαρκή πτώση των γεννήσεων γίνεται συνήθως μέσα σε ένα αρκετά ασφαλές και βολικό πλαίσιο. Ακούμε για την όντως υπαρκτή ακρίβεια, την εργασιακή ανασφάλεια, το πράγματι υφιστάμενο κόστος της στέγασης, τους χαμηλούς μισθούς, την έλλειψη κρατικής στήριξης και τη δυσκολία των νέων ανθρώπων να δημιουργήσουν ένα σταθερό νοικοκυριό. Διαβάζουμε αναλύσεις που παρουσιάζουν τη χαμηλή γεννητικότητα ως μια φυσιολογική «αναδιάταξη προτεραιοτήτων», ως μια προσαρμογή των ανθρώπων στις νέες συνθήκες ή ως ένα σχεδόν αναπόφευκτο αποτέλεσμα του σύγχρονου τρόπου ζωής. Όλα αυτά έχουν ασφαλώς τη σημασία τους και δεν μπορεί κανείς να αγνοήσει τις πραγματικές υλικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν σήμερα οι νέοι. Όμως, αν μείνουμε μόνο εκεί, κινδυνεύουμε να χάσουμε το ουσιαστικότερο κομμάτι της εικόνας. Γιατί αυτό που συμβαίνει τώρα δεν μοιάζει απλώς με μια αλλαγή προτιμήσεων ή με μια διαφορετική κατανομή του χρόνου και των επιθυμιών μας. Αφορά κάτι βαθύτερο: τη σχέση του ανθρώπου με την οικογένεια, την ευθύνη, τη θυσία και, τελικά, την ίδια την έννοια της συνέχειας. Για χιλιάδες χρόνια ο άνθρωπος δεν αντιλαμβανόταν τον εαυτό του ως ένα αυτόνομο άτομο που εμφανίζεται στη ζωή, καταναλώνει εμπειρίες και αποχωρεί. Έβλεπε τον εαυτό του ως κρίκο μιας αλυσίδας. Παραλάμβανε κάτι από τους προηγούμενους και, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, αισθανόταν ότι όφειλε να παραδώσει κάτι στους επόμενους. Σήμερα αυτή η αίσθηση συνέχειας υποχωρεί και μαζί της αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε ακόμη και το νόημα της οικογένειας.

Δεν πρόκειται, επομένως, μόνο για έναν αριθμητικό δείκτη που πέφτει χρόνο με τον χρόνο. Πίσω από κάθε στατιστική για τις γεννήσεις υπάρχει μια πολύ πιο δύσκολη ερώτηση: πως ακριβώς θέλει να συνεχίσει να υπάρχει μια κοινωνία; Όταν μια ολόκληρη γενιά δυσκολεύεται ή διστάζει να αποκτήσει παιδιά, δεν μεταβάλλεται απλώς η ηλικιακή πυραμίδα του πληθυσμού. Μεταβάλλεται η σχέση μιας κοινωνίας με το μέλλον της. Για πρώτη φορά ίσως σε τέτοια έκταση, ένα σημαντικό τμήμα του σύγχρονου ανθρώπου φαίνεται να αντιλαμβάνεται το μέλλον περισσότερο ως κάτι που πρέπει να προστατεύσει από τις δεσμεύσεις παρά ως κάτι που πρέπει ο ίδιος να δημιουργήσει. Και εδώ βρίσκεται η ουσία του προβλήματος: η δημογραφική κρίση δεν είναι μόνο κρίση αριθμών. Είναι και κρίση υπαρξιακού προσανατολισμού. Είναι το ερώτημα αν εξακολουθούμε να βλέπουμε τον εαυτό μας ως μέρος μιας ιστορικής και οικογενειακής συνέχειας ή αν έχουμε περιορίσει τον ορίζοντά μας αποκλειστικά στη διάρκεια της προσωπικής μας ζωής.

Το οικονομικό άλλοθι: όταν η φτώχεια δεν εμπόδιζε τη δημιουργία οικογένειας

Ας είμαστε δίκαιοι: η οικονομία παίζει σημαντικό ρόλο. Το κόστος της κατοικίας, η εργασιακή αβεβαιότητα, οι μισθοί, η αδυναμία πολλών νέων να αποκτήσουν δικό τους σπίτι και η δυσκολία συνδυασμού επαγγελματικής ζωής και οικογένειας είναι πραγματικά προβλήματα. Δεν γίνεται να τα αγνοούμε ούτε να ζητάμε από τους ανθρώπους να κάνουν παιδιά σαν να ζουν σε έναν κόσμο χωρίς οικονομικούς περιορισμούς. Ωστόσο, υπάρχει μια στιγμή που η οικονομική εξήγηση παύει να είναι επαρκής. Αρκεί να κοιτάξει κανείς λίγο πίσω, όχι σε κάποιο μακρινό και εξιδανικευμένο παρελθόν, αλλά στις προηγούμενες γενιές. Οι γονείς και οι παππούδες μας δημιούργησαν οικογένειες με πολύ λιγότερα μέσα, σε σπίτια μικρότερα, με λιγότερες ανέσεις, χαμηλότερα εισοδήματα και συχνά με πραγματική υλική ανασφάλεια. Δεν είχαν ταξίδια, καταναλωτικές δυνατότητες, σύγχρονες υπηρεσίες ή την άνεση που θεωρούμε σήμερα αυτονόητη. Κι όμως, τα παιδιά γεννιούνταν. Αυτό δεν σημαίνει ότι η φτώχεια ήταν καλή ή ότι οι σημερινές οικονομικές δυσκολίες είναι φανταστικές. Σημαίνει κάτι διαφορετικό: ότι η οικονομική κατάσταση δεν αποτελεί από μόνη της επαρκή εξήγηση για τη δημογραφική μεταβολή. Σε όλες τις προηγούμενες εποχές οι άνθρωποι αποφάσιζαν να κάνουν οικογένεια χωρίς να έχουν προηγουμένως εξασφαλίσει όλες τις προϋποθέσεις που σήμερα θεωρούμε απολύτως αναγκαίες.

Ίσως η μεγαλύτερη διαφορά να βρίσκεται ακριβώς εδώ. Παλαιότερα υπήρχε περισσότερο η αντίληψη ότι η οικογένεια δεν δημιουργείται όταν όλα είναι τακτοποιημένα, αλλά και μέσα στην αβεβαιότητα της ζωής. Δεν περίμενε κανείς να του εγγυηθεί ότι όλα θα πάνε καλά για να αποκτήσει παιδιά. Σήμερα έχουμε μετατρέψει την ασφάλεια σε προϋπόθεση σχεδόν για κάθε μεγάλη απόφαση. Θέλουμε το κατάλληλο σπίτι, το κατάλληλο εισόδημα, τη σταθερή δουλειά, την κατάλληλη ψυχολογική κατάσταση, αρκετό ελεύθερο χρόνο και, ιδανικά, την αίσθηση ότι δεν πρόκειται να θυσιάσουμε τίποτε από όσα έχουμε ήδη κατακτήσει. Το αποτέλεσμα είναι παράδοξο: όσο αυξάνονται οι απαιτήσεις μας για μια «σωστή» και ασφαλή ζωή, τόσο περισσότερο απομακρυνόμαστε από εκείνες τις αποφάσεις που από τη φύση τους εμπεριέχουν αβεβαιότητα και ευθύνη. Έτσι, η οικονομία από πραγματικό πρόβλημα μπορεί εύκολα να μετατραπεί και σε βολικό άλλοθι. Δεν χρειάζεται να αρνηθούμε την οικονομική διάσταση του δημογραφικού. Χρειάζεται όμως να παραδεχθούμε ότι πίσω από αυτήν υπάρχει και μια βαθύτερη αλλαγή νοοτροπίας, την οποία κανένα επίδομα και κανένα φορολογικό μέτρο δεν μπορεί από μόνο του να αντιστρέψει.

Η κυριαρχία του μαλθακού ναρκισσισμού

Και εδώ φτάνουμε στο πιο δύσκολο κομμάτι της συζήτησης. Ο σύγχρονος άνθρωπος έχει μάθει να οργανώνει τη ζωή του γύρω από τον εαυτό του. Την προσωπική του άνεση, την αυτοπραγμάτωση, την καριέρα, τις εμπειρίες, τον ελεύθερο χρόνο, την ψυχική του ισορροπία και την αίσθηση ότι παραμένει κύριος της ζωής του. Δεν υπάρχει τίποτε κακό σε όλα αυτά καθαυτά. Η προσωπική ελευθερία και η δυνατότητα να επιλέγει κανείς τον τρόπο με τον οποίο θα ζήσει είναι σημαντικές κατακτήσεις. Το πρόβλημα αρχίζει όταν ο εαυτός γίνεται το μοναδικό μέτρο των πραγμάτων. Όταν κάθε απόφαση αξιολογείται αποκλειστικά με βάση το αν θα περιορίσει την προσωπική μας άνεση, θα μειώσει τον ελεύθερο χρόνο μας ή θα ανατρέψει τον τρόπο ζωής που έχουμε συνηθίσει. Εκεί εμφανίζεται αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «μαλθακό ναρκισσισμό»: όχι τον θορυβώδη και επιθετικό ναρκισσισμό του ανθρώπου που θέλει να επιβληθεί στους άλλους, αλλά έναν πιο ήσυχο, καθημερινό και ίσως γι’ αυτό πιο δύσκολο να αναγνωριστεί εγωκεντρισμό. Την ανάγκη να μη ζοριστούμε καθόλου, να μη χάσουμε τίποτε από τη βολή μας και την άνεσή μας, να μην αλλάξουμε αισθητά τη ζωή μας και κυρίως να μη χρειαστεί να βάλουμε τις ανάγκες κάποιου άλλου πάνω από τις δικές μας.

Το παιδί, όμως, ακριβώς αυτό κάνει. Ανατρέπει την ισορροπία σου. Σου παίρνει χρόνο, ύπνο, χρήματα, ελευθερία και, πάνω απ’ όλα, την ψευδαίσθηση ότι μπορείς να οργανώσεις τη ζωή σου με απόλυτο έλεγχο. Σε αναγκάζει να προσαρμοστείς σε έναν άνθρωπο που εξαρτάται από εσένα και του οποίου οι ανάγκες δεν μπορούν να μπουν απλώς στην άκρη επειδή σήμερα δεν σε βολεύουν. Αυτό είναι ίσως και το πιο δύσκολο μάθημα της γονεϊκότητας: δεν προσθέτει απλώς ένα ακόμη στοιχείο στη ζωή σου. Αλλάζει τη ζωή σου. Και απαιτεί από εσένα να δεχθείς ότι για ένα σημαντικό διάστημα οι ανάγκες κάποιου άλλου θα έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα από τις δικές σου. Σε μια εποχή, λοιπόν, όπου η αυτοπραγμάτωση έχει γίνει σχεδόν υπέρτατη αξία, η γονεϊκότητα μοιάζει συχνά σαν απώλεια ελευθερίας. Εκεί βρίσκεται ένα από τα βαθύτερα παράδοξα της εποχής μας: έχουμε περισσότερες επιλογές από ποτέ, αλλά ακριβώς επειδή έχουμε τόσες επιλογές, δυσκολευόμαστε όλο και περισσότερο να δεσμευτούμε σε εκείνες που απαιτούν από εμάς να εγκαταλείψουμε κάποιες άλλες… ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΜΕ ΤΟ 2ο ΜΕΡΟΣ ΑΥΡΙΟ.