Η Ιστορία ως Ψυχόδραμα Επιλεκτικού Ανθρωπισμού Γράφει ο Κώστας Χ. Βασιλάκης
Στον δημόσιο λόγο συναντάμε τελευταία μια ιδιαίτερη κατηγορία αρθρογραφίας που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «ιστορικός μελοδραματισμός». Πρόκειται για κείμενα που, με αφορμή μια επέτειο ή ένα ψήφισμα διεθνούς οργανισμού, επιχειρούν να αναμίξουν το εθνικό συναίσθημα, την παγκόσμια ενοχή και τη λογιστική των αποζημιώσεων, δημιουργώντας ένα εκρηκτικό κοκτέιλ αναχρονισμού. Η πρόσφατη συζήτηση για το δουλεμπόριο και τις ψηφοφορίες στον ΟΗΕ αποτελεί το ιδανικό πεδίο για να αποδομήσουμε αυτή την επιφανειακή προσέγγιση, η οποία, ενώ φιλοδοξεί να εμφανιστεί ως «φωνή δικαίου», καταλήγει να είναι μια διασκεδαστική απόπειρα ιστορικής ημιμάθειας και πολιτικής αφέλειας.
Το «Ηθικό Αγκίστρι» της Ημερομηνίας
Το πρώτο εργαλείο αυτής της ρητορικής είναι η αναγκαστική σύμπτωση ημερομηνιών. Όταν κάποιος προσπαθεί να συνδέσει την κατάργηση του βρετανικού δουλεμπορίου το 1807 με την Ελληνική Επανάσταση του 1821, δεν κάνει ιστορική ανάλυση. Κάνει «συναισθηματικό μοντάζ». Η επίκληση των επαναστατικών συνταγμάτων της Επιδαύρου του 1822 ή του Άστρους του 1823, όπου πράγματι η Ελλάδα πρωτοπόρησε απαγορεύοντας τη δουλεία, χρησιμοποιείται ως «καμουτσίκι» για να επικριθεί η σημερινή εξωτερική πολιτική της χώρας.
Είναι, ωστόσο, τουλάχιστον κωμικό να εγκαλείται η σύγχρονη Ελλάδα επειδή δεν ευθυγραμμίζεται με ένα ψήφισμα που χαρακτηρίζει πράξεις του 17ου αιώνα ως «εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας» με σημερινή νομική ισχύ. Οι συντάκτες του 1823, όπως ο Μαυροκορδάτος, ήταν ρεαλιστές πολιτικοί που αναζητούσαν τη στήριξη των μεγάλων δυνάμεων της εποχής, όχι νευρωτικοί ακτιβιστές του πληκτρολογίου που ζητούν αναδρομική δικαιοσύνη για τους Φοίνικες ή τους Ρωμαίους. Η χρήση του ονόματός τους για να υποστηριχθεί μια σύγχρονη διπλωματική αυτοχειρία είναι προσβολή στη μνήμη τους.
Η Μυθολογία του «Ευγενούς» Δουλεμπορίου της Ανατολής
Μια από τις πιο επικίνδυνες πτυχές αυτής της αρθρογραφίας είναι η προσπάθεια εξωραϊσμού του μη δυτικού δουλεμπορίου. Προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι το ενδο-αφρικανικό ή το μουσουλμανικό δουλεμπόριο ήταν «λιγότερο άγριο» σε σχέση με το ευρωπαϊκό. Αυτό το επιχείρημα δεν είναι απλώς ιστορικά ανακριβές, είναι εξοργιστικό.
Αν ανατρέξουμε στα στοιχεία, το δουλεμπόριο στον Ινδικό Ωκεανό και τη Σαχάρα, το οποίο διεξήχθη από Άραβες και Οθωμανούς εμπόρους, διήρκεσε πάνω από χίλια χρόνια —πολύ περισσότερο από το υπερατλαντικό. Η πρακτική του μαζικού ευνουχισμού των ανδρών δούλων (για να υπηρετούν σε χαρέμια ή ως έμπιστοι αξιωματούχοι) οδηγούσε σε ποσοστά θνησιμότητας που άγγιζαν το 60% έως 90% κατά τη διάρκεια της «επέμβασης». Το να υποβαθμίζεται αυτή η φρίκη ως μια «λεπτομέρεια» μπροστά στο ευρωπαϊκό «πέρασμα του Ατλαντικού» είναι μια μορφή ρατσισμού των χαμηλών προσδοκιών: η Δύση κρίνεται με το απόλυτο ηθικό πρίσμα, ενώ για την Ανατολή ή την Αφρική επιστρατεύεται μια βολική «πολιτισμική σχετικότητα».
Η Νομική Αμάθεια και το Φάντασμα των Αποζημιώσεων
Όταν κράτη όπως οι ΗΠΑ, η Βρετανία ή η Ελλάδα τηρούν στάση αποχής σε τέτοια ψηφίσματα, δεν το κάνουν επειδή «αγαπούν τη δουλεία». Το κάνουν επειδή στον κόσμο της πραγματικής διεθνούς έννομης τάξης, η αναδρομική ποινικοποίηση δημιουργεί ένα νομικό τερατούργημα.
Η αρχή Nullum crimen, nulla poena sine lege ( = Κανένα έγκλημα, καμία ποινή χωρίς [προηγούμενο] νόμο) αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του πολιτισμού μας. Αν αποδεχθούμε ότι μπορούμε να δικάζουμε το 1700 με τους νόμους του 2026, τότε ανοίγουμε την πόρτα σε παρανοϊκές διεκδικήσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε παγκόσμιο οικονομικό χάος. Ποιος θα πληρώσει ποιον; Οι απόγονοι των Αφρικανών φυλάρχων που πουλούσαν τους γείτονές τους στους Ευρωπαίους; Οι απόγονοι των Οθωμανών για τους εκατοντάδες χιλιάδες εξανδραποδισμένους Έλληνες και Βαλκάνιους; Η εμμονή στη «νομική αναγνώριση» δεν αφορά την ηθική, αλλά τη δημιουργία ενός «κουμπαρά» αποζημιώσεων, τον οποίο καμία σοβαρή κυβέρνηση δεν πρόκειται να υπογράψει εις βάρος των φορολογουμένων της.
Η «Αποκάλυψη» του Δανείου: Οι αναρτήσεις ως Πηγή Ιστορίας
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται συχνά στο δάνειο του 1833 με το οποίο η Βρετανία αποζημίωσε τους δουλοκτήτες. Παρουσιάζεται ως μια «συγκλονιστική αποκάλυψη» που ήρθε στο φως από μια ανάρτηση στα κοινωνικά δίκτυα. Εδώ η γελοιοποίηση φτάνει στο ζενίθ της.
Το γεγονός ότι η βρετανική κυβέρνηση πλήρωσε 20 εκατομμύρια λίρες (περίπου το 40% του ετήσιου προϋπολογισμού της τότε) για να εξαγοράσει την ελευθερία των δούλων είναι ένα από τα πιο καταγεγραμμένα γεγονότα της οικονομικής ιστορίας. Δεν ήταν κανένα μυστικό: ήταν η πολιτική τιμή της κατάργησης. Χωρίς αυτή την αποζημίωση, οι δουλοκτήτες στη Βουλή των Λόρδων δεν θα ψήφιζαν ποτέ τον νόμο, και η Βρετανία θα είχε οδηγηθεί σε έναν εμφύλιο πόλεμο όπως οι ΗΠΑ, με εκατομμύρια νεκρούς.
Το να οργίζονται κάποιοι ντιλετάντηδες το 2026 επειδή οι Βρετανοί φορολογούμενοι πλήρωναν φόρους που εξυπηρετούσαν αυτό το δάνειο μέχρι πρόσφατα, είναι σαν να οργίζεται κάποιος επειδή η Ελλάδα πλήρωνε φόρους για να ξεχρεωθεί το πονεμένο δάνειο που πήρε το 1824. Είναι μια ανιστόρητη προσέγγιση που αγνοεί πώς λειτουργεί η συνέχεια των κρατών και των δημόσιων χρεών. Το δάνειο του 1833 δεν ήταν μια «συναλλαγή ανομίας», αλλά το τίμημα της μετάβασης από την απανθρωπιά στην ελευθερία.
Η Επιλεκτική Ευαισθησία
Το πιο ειρωνικό στοιχείο αυτής της ρητορικής είναι η πλήρης αφωνία για τη σύγχρονη δουλεία. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Εργασίας, σήμερα υπάρχουν περίπου 50 εκατομμύρια άνθρωποι σε καθεστώς σύγχρονης δουλείας (καταναγκαστική εργασία, εμπορία ανθρώπων, παιδική εργασία).
Ωστόσο, είναι πολύ πιο εύκολο και «ασφαλές» για κάποιον να επιτίθεται στον Ρότσιλντ και τη Βρετανία του 1833, παρά να ασχοληθεί με τις εφοδιαστικές αλυσίδες των κινητών τηλεφώνων που κρατάμε στα χέρια μας, των αθλητικών μας παπουτσιών ή τις συνθήκες εργασίας στα ορυχεία κοβαλτίου της Αφρικής σήμερα. Η καταδίκη του παρελθόντος προσφέρει μια δωρεάν δόση ηθικής ανωτερότητας χωρίς κανένα προσωπικό κόστος.
Κατακλείδα
Η ιστορία δεν είναι ένα ψυχόδραμα όπου αναζητούμε διαρκώς θύτες και θύματα για να εκτονώσουμε τα υπαρξιακά μας αδιέξοδα. Είναι ένα σύνθετο πλέγμα κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών παραγόντων. Όταν η αρθρογραφία εγκαταλείπει την τεκμηρίωση για χάρη του εντυπωσιασμού, όταν η ημιμάθεια ντύνεται τον μανδύα του ανθρωπισμού και όταν η εθνική επέτειος χρησιμοποιείται ως εργαλείο φθηνής αντιπολίτευσης, το αποτέλεσμα δεν είναι η αφύπνιση των συνειδήσεων, αλλά η γελοιοποίηση του λόγου.
Η απόδοση τιμής στα θύματα της ιστορίας δεν είναι μια εκγύμναση σε κενά ψηφίσματα, ούτε μια ελεγχόμενη υστερία πάνω από σκονισμένα δανειακά συμβόλαια δύο αιώνων. Είναι η ωμή κατανόηση του παρελθόντος και η ακόμα ωμότερη σύγκρουση με τις αδικίες που ζουν ανάμεσά μας. Οτιδήποτε άλλο είναι απλώς ηθικοπλαστικός θόρυβος, το “λιβάνισμα” που χρειάζεται το ψηφιακό καφενείο για να ναρκώνει τις συνειδήσεις των δήθεν ευαίσθητων.

