Η Πολιτική σε Δημόσια Διαβούλευση
Η πολιτική σε “δημόσια διαβούλευση ”
Υπάρχουν κάποιες στιγμές στην πολιτική ιστορία όπου η αφέλεια σταματά να είναι άλλοθι και μετατρέπεται σε συνενοχή στο έγκλημα.
Στην Ελλάδα το ζήσαμε το 2011 στην πλατεία Συντάγματος. Εκεί που φάνηκε ξεκάθαρα ότι η ζήτηση για ακροδεξιά ρητορική, για λύσεις “εκτός συστήματος” και για έναν λαικίστικο λόγο που χαϊδεύει τα αυτά στα όρια της αυταπάτης, ήταν τεράστια. Και όπου υπάρχει η “ζήτηση”, η “προσφορά” από τους μόνιμα πρόθυμους, τους “επαγγελματίες” του ψεύδους, δεν αργεί να εμφανιστεί συχνά καλυμμένη με το πρόσωπο ενός “άφθαρτου σωτήρα”.
Ο Στέφανος Κασσελάκης δεν ήρθε από το πουθενά ούτε εμφανίστηκε στο κενό. Πάτησε πάνω στην ανάγκη ενός κόσμου, ακόμα και αριστερού, να βρει έναν “σωτήρα”.
Στην πορεία, ο λόγος του άρχισε να δανείζεται στοιχεία που δεν ακούγονταν καλά στο κομματικό του ακροατήριο και που σε άλλες εποχές θα προκαλούσαν ρίγη. Δήλωνε έτοιμος να κυβερνήσει αλλά με αμφισβήτηση των θεσμών, με απαξίωση για το “παλαιο”. Λόγο που θύμιζε επικίνδυνα τις “πλατείες” του παρελθόντος, και συνοδευόταν απο μία προσπάθεια μετατροπής της πολιτικής σε lifestyle θέαμα.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι ο Κασσελάκης τα έλεγε. Το πρόβλημα είναι ότι ένα κομμάτι της Αριστεράς τα άκουγε και χαμογελούσε με ικανοποίηση, επειδή οπως έλεγαν “φθείρει τον αντίπαλο”. Η ακροδεξιά χροιά περνούσε απαρατήρητη, την βάφτισαν “κοινή λογική” και το δηλητήριο διαχύθηκε σε μία ευρύτερη περιοχή του δημόσιου λόγου.
Η Μαρία Καρυστιανού ξεκίνησε στη σκέψη των πολιτών ως η γυναίκα πού αντιπροσωπεύει έναν ιερό σκοπό, τη δικαίωση για το έγκλημα των Τεμπών. Όπως όμως συνήθως συμβαίνει στην Ελληνική πολιτική σκακιέρα, η τραγωδία των συγγενών εργαλειοποιήθηκε. Πολλοί επένδυσαν στην τραγωδία βασισμένοι στο συναίσθημα, στον πόνο των ανθρώπων, για να γκρεμίσουν την κυβέρνηση, χωρίς να αντιληφθούν ότι έτσι άνοιγαν την κερκόπορτα σε έναν “πολιτικό λόγο” που δεν έχει φρένα.
Τώρα, οι ίδιοι άνθρωποι που χειροκροτούσαν κάθε φορά, ψαρεύοντας ψήφους στα θολά νερά, βλέπουν το πρόσωπο στο οποίο επένδυσαν να στρέφεται ιδεολογικά εναντίον τους. Βλέπουν την “ιερή αγανάκτηση” να μετατρέπεται σε μπούμερανγκ.
Και το πιο ειρωνικό; Τώρα θυμήθηκαν να κρίνουν τις “πολιτικές θέσεις”, γιατί τώρα διαπιστώνουν ότι ο λόγος του “δικού τους” παιδιού περιέχει στοιχεία που δεν συνάδουν με τις αξίες τους. Τώρα, που το καράβι που επέβαιναν σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις βουλιάζει και τους παίρνει μαζί του, περνάνε από την αποθέωση στη στοχοποίηση. Βλέπουμε στελέχη να “ξεσπαθώνουν”, προσπαθώντας ετσι να ξεπλύνουν τη δική τους ευθύνη για την ενδεχόμενη κανονικοποίηση του φαινομένου.
Όμως, φοβάμαι ότι η ζημιά έχει ήδη γίνει. Ο ακροδεξιός λόγος έχει ήδη γίνει ευχάριστος στα αυτιά πολλών, έχει ενσωματωθεί ως “περί δικαίου αίσθημα” και θα τον ξαναβρούμε μπροστά μας, με άλλο πρόσωπο ίσως, στις επόμενες κάλπες.
Αυτό που φοβάμαι περισσότερο είναι ό,τι στο τέλος, ο λογαριασμός της “πολιτικής χωρίς αρχές” θα έρθει για όλους και θα είναι βαρύς.
Ιδιαίτερα γι αυτούς που στήριξαν την πολιτική τους καριέρα στην “άρνηση” στην “κατάρα” και τώρα περιμένουν στο σταθμό με σηκωμένα τα χέρια, να περάσει το “τρένο” της Μαρίας η του Αλέξη για να τους ανοίξουν την πόρτα του βαγονιού.
Γιάννης Ρεβύθης

