ΓενικάΠΟΛΙΤΙΚΗ

Το μεγάλο ρίσκο του Τραμπισμού στην άβυσσο της Μέσης Ανατολής. Του Σπύρου Άνδρεϊτς

Η επιβεβαίωση του θανάτου του Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, μετά από τη συνδυασμένη και «καταιγιστική» επίθεση ΗΠΑ και Ισραήλ στην καρδιά της Τεχεράνης, δεν αποτελεί απλώς μια στρατιωτική επιχείρηση. Είναι η κορύφωση μιας αμφιλεγόμενης στρατηγικής που ο Τραμπ σχεδίαζε μεθοδικά, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, στοχεύοντας στην πλήρη ανατροπή της ισορροπίας δυνάμεων στον πλανήτη. Πίσω από τις επίσημες διακηρύξεις για «ασφάλεια» και «ελευθερία», κρύβεται πλέον μία ωμή πλεονεξία και μια σειρά από επιδιώξεις που αγγίζουν τα όρια του παγκόσμιου τυχοδιωκτισμού.

Η Στρατηγική του «Ακρωτηριασμού»

Η πρώτη και βασικότερη κρυφή επιδίωξη του Τραμπ είναι ο οριστικός ακρωτηριασμός του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος. Ενώ οι προηγούμενες κυβερνήσεις αναλώθηκαν σε ατελείωτους γύρους διαπραγματεύσεων και ημιτελείς συμφωνίες, ο Τραμπ επέλεξε τη λύση του «χειρουργικού ακρωτηριασμού». Χτυπώντας όχι μόνο τις εγκαταστάσεις εμπλουτισμού αλλά και το κέντρο λήψης αποφάσεων, επιδιώκει να αφήσει το Ιράν χωρίς την τεχνολογική και διοικητική ικανότητα να ανακάμψει για τις επόμενες δεκαετίες. Πρόκειται για μια κίνηση που στοχεύει να καταστήσει τις ΗΠΑ τον μοναδικό ρυθμιστή της πυρηνικής ισχύος στην περιοχή, εξασφαλίζοντας την απόλυτη υπεροχή του Ισραήλ και την υποταγή των υπόλοιπων δυνάμεων στο αμερικανικό δόγμα.

Ταυτόχρονα, η επιχείρηση αυτή αποτελεί έναν στρατηγικό αποκεφαλισμό του «Άξονα της Αντίστασης». Με την εξόντωση του Χαμενεΐ, ο Τραμπ δεν σκοτώνει απλώς έναν ηγέτη, αλλά επιχειρεί να προκαλέσει «εμφύλιο παράλυση» στο εσωτερικό της ιρανικής ελίτ. Χωρίς την κεντρική καθοδήγηση του Ανώτατου Ηγέτη, οι Φρουροί της Επανάστασης (IRGC) και οι πληρεξούσιοί τους σε Λίβανο, Υεμένη και Ιράκ μένουν «ακέφαλοι». Η κρυφή ελπίδα του Λευκού Οίκου είναι ότι το Ιράν θα αναλωθεί σε εσωτερικές διαμάχες για τη διαδοχή, επιτρέποντας στις ΗΠΑ να επιβάλουν μια νέα τάξη πραγμάτων χωρίς να χρειαστεί μια πλήρης και πολυδάπανη χερσαία εισβολή.

Το Ενεργειακό Παιχνίδι και η Παγκόσμια Οικονομία

Μια λιγότερο συζητημένη αλλά εξίσου κρίσιμη επιδίωξη αφορά τον έλεγχο των παγκόσμιων ενεργειακών ροών. Με το Ιράν εκτός μάχης, οι ΗΠΑ αποκτούν τον έμμεσο έλεγχο των Στενών του Ορμούζ, από όπου διέρχεται το 20% της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαίου. Αν συνυπολογίσουμε και τα προϊόντα πετρελαίου (βενζίνη, ντίζελ κ.λπ.), το ποσοστό της συνολικής θαλάσσιας διακίνησης πετρελαιοειδών που περνά από εκεί ξεπερνά το 30%. Ο Τραμπ επιδιώκει να καταστήσει την Αμερική τον απόλυτο «ενεργειακό επόπτη», ικανό να ανοιγοκλείνει τη στρόφιγγα της παγκόσμιας οικονομίας κατά το δοκούν. Αυτό του δίνει ένα πανίσχυρο διαπραγματευτικό όπλο απέναντι στην Ευρώπη και την Ασία, αναγκάζοντας τους συμμάχους και τους αντιπάλους του να ευθυγραμμιστούν με τις αμερικανικές εμπορικές απαιτήσεις αν θέλουν να διατηρήσουν τη σταθερότητα στις δικές τους αγορές.

Ωστόσο, το ρίσκο που αναλαμβάνει ο Τραμπ είναι τρομακτικό. Ο κίνδυνος μιας ασύμμετρης απάντησης είναι ορατός και άμεσος. Το Ιράν, αν και πληγωμένο, διαθέτει την ικανότητα να μεταφέρει τον πόλεμο στο ψηφιακό πεδίο ή μέσω τρομοκρατικών χτυπημάτων σε αμερικανικό έδαφος. Μια εκτεταμένη κυβερνοεπίθεση στις αμερικανικές υποδομές —από το ηλεκτρικό δίκτυο μέχρι το τραπεζικό σύστημα— ή μια κατακόρυφη άνοδος της τιμής του πετρελαίου λόγω δολιοφθορών, θα μπορούσε να μετατρέψει τον θρίαμβο σε οικονομικό εφιάλτη για τον μέσο Αμερικανό πολίτη, κλονίζοντας τους οπαδούς του Τραμπ στο εσωτερικό και προκαλώντας κοινωνικές εκρήξεις.

Η Σύγκρουση με τον Ρωσοκινεζικό Άξονα

Ο ρόλος της Ρωσίας και της Κίνας προσθέτει ένα στρώμα επικίνδυνης αβεβαιότητας που ο Τραμπ φαίνεται να υποτιμά. Για τον Πούτιν, η ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή λειτουργεί ως ο τέλειος αντιπερισπασμός. Όσο η προσοχή, οι πύραυλοι Patriot και τα δισεκατομμύρια των ΗΠΑ κατευθύνονται στην Τεχεράνη, η πίεση στο μέτωπο της Ουκρανίας μειώνεται αισθητά. Η Μόσχα βλέπει με ικανοποίηση την τιμή του πετρελαίου να εκτινάσσεται, γεμίζοντας τα ταμεία της, ενώ παράλληλα έχει κάθε λόγο να εξοπλίσει κρυφά τα απομεινάρια της ιρανικής αντίστασης με προηγμένα συστήματα αεράμυνας, μετατρέποντας το Ιράν σε μια «μαύρη τρύπα» που θα καταπίνει την αμερικανική ισχύ.

Από την άλλη, η Κίνα αντιμετωπίζει αυτή την κίνηση ως ευθεία απειλή για την επιβίωσή της. Το Πεκίνο, ως ο μεγαλύτερος εισαγωγέας ιρανικού αργού, βλέπει τις ενεργειακές του αρτηρίες να απειλούνται από την αμερικανική κυριαρχία. Η αντίδραση της Κίνας δεν θα είναι απαραίτητα στρατιωτική στο Ιράν, αλλά γεωπολιτική στην Ασία. Εκμεταλλευόμενη τον αμερικανικό αποπροσανατολισμό, η Κίνα θα μπορούσε να επιταχύνει την ενσωμάτωση της Ταϊβάν ή να επιβάλει νέους κανόνες στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας, γνωρίζοντας ότι η Ουάσιγκτον δεν μπορεί να διεξάγει δύο ταυτόχρονους πολέμους υψηλής έντασης.

Το Εσωτερικό Στοίχημα: Μεταξύ Δόξας και Χάους

Στο εσωτερικό των ΗΠΑ, ο Τραμπ βαδίζει σε τεντωμένο σχοινί. Η επίκλησή του προς τον ιρανικό λαό να «πάρει τη μοίρα στα χέρια του» είναι ένα δίκοπο μαχαίρι. Αν ο λαός δεν ξεσηκωθεί —αν δηλαδή ο περσικός εθνικισμός αποδειχθεί ισχυρότερος από το μίσος για το θεοκρατικό καθεστώς— τότε οι ΗΠΑ θα βρεθούν αντιμέτωπες με ένα εχθρικό έθνος 85 εκατομμυρίων ανθρώπων που θα βλέπει την Αμερική ως τον «Μεγάλο Σατανά» που δολοφόνησε την ηγεσία του. Σε μια τέτοια περίπτωση, η υπόσχεση του Τραμπ για «όχι άλλους ατελείωτους πολέμους» θα καταρρεύσει, καθώς οι αμερικανικές δυνάμεις θα αναγκαστούν να παραμείνουν στην περιοχή για να αποτρέψουν το απόλυτο χάος.

Επιπλέον, υπάρχει ο κίνδυνος της διπλωματικής απομόνωσης. Αν η επίθεση στην Τεχεράνη οδηγήσει σε χιλιάδες θύματα αμάχων ή σε μια ανθρωπιστική καταστροφή, ακόμα και οι παραδοσιακοί σύμμαχοι στην Ευρώπη μπορεί να πάρουν αποστάσεις, αφήνοντας τις ΗΠΑ μόνες τους να διαχειριστούν την οργή του μουσουλμανικού κόσμου. Ο Τραμπ ποντάρει στην εικόνα του «ισχυρού ηγέτη» που επιβάλλει τη θέλησή του, αλλά η ιστορία έχει δείξει ότι στη Μέση Ανατολή, το «κενό εξουσίας» ποτέ δεν γεμίζει με δημοκρατία. Συχνά γεμίζει με ακόμη πιο ακραίες και ανεξέλεγκτες δυνάμεις.

Καταληκτικά, η επίθεση κατά του Ιράν και η εξόντωση του Χαμενεΐ δεν είναι απλώς μια στρατιωτική επιχείρηση. Είναι η προσπάθεια του Τραμπ να διαλύσει βίαια τον παλιό κόσμο της διπλωματίας και των ισορροπιών και να επιβάλει έναν νέο, όπου οι ΗΠΑ δεν διαπραγματεύονται, αλλά υπαγορεύουν. Οι κρυφές επιδιώξεις —ο έλεγχος της ενέργειας, η εξουδετέρωση των αντιπάλων του Ισραήλ και η επίδειξη ισχύος προς τη Ρωσία και την Κίνα— είναι σαφείς.

Όμως, το κόστος αυτής της επιλογής παραμένει άγνωστο. Θα καταφέρει ο Τραμπ να προκαλέσει την εσωτερική κατάρρευση του Ιράν χωρίς να βυθίσει τον πλανήτη σε οικονομικό κραχ; Παρά την έντονη εσωτερική κοινωνική δυσαρέσκεια και την κρίση νομιμοποίησης, μια εξωτερική Αμερικανο-ισραηλινή επέμβαση για την ανατροπή του καθεστώτος κρίνεται μη ρεαλιστική. Η εκτίμηση αυτή βασίζεται στην αποδεδειγμένη ανθεκτικότητα της ιρανικής ηγεσίας, στη γεωγραφική και στρατιωτική δυσκολία μιας χερσαίας επιχείρησης, στον κίνδυνο πυροδότησης του παραδοσιακού αντιαμερικανισμού της κοινωνίας, καθώς και στην απροθυμία των γειτονικών κρατών να εμπλακούν σε μια περιφερειακή αποσταθεροποίηση με οδυνηρές οικονομικές συνέπειες. Κατά συνέπεια, αν το καθεστώς του Ιράν αντέξει και ο Ρωσοκινεζικός άξονας αντεπιτεθεί, τότε η 28η Φεβρουαρίου 2026 δεν θα είναι η ημέρα της Τραμπικής επικράτησης, αλλά η ημέρα που ξεκίνησε η πτώση όχι μόνο του Εθνικιστικού Λαϊκισμού (America First), της Συναλλακτικής Εξωτερικής Πολιτικής, του Αρρωστημένου Ναρκισσιστικού Αυταρχισμού, αλλά και της ίδιας της Συνέχειας Της Αμερικανικής Αυτοκρατορίας. Η λεπτή γραμμή ανάμεσα στην ιστορική επιτυχία και την παγκόσμια καταστροφή δεν ήταν ποτέ πιο δυσδιάκριτη, και ο Τραμπ μόλις την διέσχισε με ιλιγγιώδη ταχύτητα.