Πολιτικοί: Καθρέφτης μας κι Ευθύνη μας Του Σπύρου Άνδρεϊτς
Σε κάθε δημόσια συζήτηση, από τις παρέες και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μέχρι τα τηλεοπτικά πάνελ, η εύκολη και συχνά αυτονόητη καταδίκη της πολιτικής τάξης φαντάζει σχεδόν ως το εθνικό μας σπορ. Οι πολιτικοί παρουσιάζονται ως ανίκανοι, διεφθαρμένοι, ασυνεπείς και αποκομμένοι από τις ανάγκες της κοινωνίας. Και σε πολλές περιπτώσεις, η κριτική αυτή έχει σαφή βάση: πράγματι, η πολιτική ζωή στην Ελλάδα έχει κατά καιρούς καταστεί συνώνυμη με πελατειακές πρακτικές, αδιαφάνεια, διαφθορά και βραχυπρόθεσμο ωφελιμισμό. Ωστόσο, υπάρχει μια βαθύτερη και συχνά αποσιωπημένη διάσταση του προβλήματος: οι πολιτικοί μας δεν είναι εξωγήινοι επισκέπτες ούτε εισαγόμενα προϊόντα. Είναι δικά μας δημιουργήματα. Είναι –όσο κι αν μας ενοχλεί να το παραδεχτούμε– ο καθρέφτης της κοινωνίας μας.
Η πολιτική τάξη μιας χώρας δεν γεννιέται εν κενώ. Οι αξίες, οι προτεραιότητες και οι νοοτροπίες που εκδηλώνονται στην πολιτική σκηνή δεν είναι τίποτα άλλο από τις αξίες, τις προτεραιότητες και τις νοοτροπίες που κυριαρχούν στην ευρύτερη κοινωνία από την οποία αναδύονται. Αν, δηλαδή, κάποιοι εκστασιάζονται με μια δυσώδη και ρυπαρή δημαγωγία που θυμίζει ατμόσφαιρα σφαγείου, τέτοιους ακριβώς ερπετώδεις εκπροσώπους θα στείλουν στο κοινοβούλιο. Αν αναζητήσουμε τις ρίζες της αναξιοκρατίας, της ρουσφετοσυναλλαγής, της χυδαίας ρηχότητας στον δημόσιο λόγο και της έλλειψης μακροπρόθεσμου σχεδιασμού, δεν θα τις βρούμε μόνο στη Βουλή ή στα υπουργικά γραφεία. Θα τις βρούμε στη διοίκηση, στα σχολεία, στα μέσα ενημέρωσης, στους εργασιακούς χώρους, ακόμη και στην καθημερινή μας συμπεριφορά.
Όταν ο πολίτης καθρεφτίζει τον πολιτικό
Ο μέσος Έλληνας πολίτης, ιδίως ο πιο θορυβώδης, δεν διαφέρει θεμελιωδώς από τον πολιτικό που καταγγέλλει. Όταν παρακάμπτει τη σειρά για να εξυπηρετηθεί πρώτος, όταν αναζητά «μέσον» για μια θέση στο δημόσιο, όταν καταστρέφει και βρωμίζει μανιωδώς τους δημόσιους χώρους, όταν θεωρεί τη αργόμισθη λούφα επιτυχία, όταν κατασπαταλά το πολύτιμο νερό της ζωής μας, όταν ανέχεται την ανικανότητα και απορρίπτει την αριστεία ως “ελιτισμό”, τότε ουσιαστικά συντηρεί το ίδιο το υπόβαθρο που γεννά και ενισχύει το είδος της πολιτικής που καταδικάζει. Ο φαύλος κύκλος συντηρείται: κοινωνίες που ανέχονται –ή και επιβραβεύουν– τέτοιες συμπεριφορές, δύσκολα θα γεννήσουν ηγέτες με όραμα, ακεραιότητα και ικανότητα.
Αν επιθυμούμε πραγματικά μια αλλαγή στην ποιότητα της πολιτικής ζωής, τότε η ευθύνη δεν μπορεί να περιορίζεται στην εναλλαγή κομμάτων ή προσώπων στην εξουσία. Δεν αρκεί να καταγγέλλουμε τις αποτυχίες και τις στρεβλώσεις. Χρειαζόμαστε ένα νέο, ριζικά αναμορφωμένο πολιτικό ήθος. Ένα ήθος που δεν θα βασίζεται στην ιδιοτέλεια και στην κοντόφθαλμη εξυπηρέτηση συμφερόντων, αλλά στην κριτική σκέψη, στη συλλογική ευθύνη, στον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και –κυρίως– στην αίσθηση του κοινού καλού που θα υποστυλώνει το μέλλον των παιδιών μας.
Η πολιτική παιδεία ως θεμέλιο ευημερίας
Οι κοινωνίες που ευημερούν, δεν το πετυχαίνουν επειδή διαθέτουν «καλύτερους πολιτικούς», αλλά επειδή έχουν διαμορφώσει όρους και κυρίως θεσμούς που ενθαρρύνουν τη λογοδοσία, την πολιτική συμμετοχή και τη συνειδητοποίηση των πολιτών. Διαθέτουν εκπαιδευτικά συστήματα που καλλιεργούν την ανάληψη της προσωπικής ευθύνης και όχι της ανευθυνότητας του κοπαδιού και ενθαρρύνουν τον πολιτικό στοχασμό. Έχουν κοινωνίες που δεν βλέπουν τις εκλογές απλώς ως ευκαιρία για τιμωρία ή ανταμοιβή, αλλά ως θεμελιώδη στιγμή εθνικού αναστοχασμού και επιλογής πορείας. Δεν αρκούνται στο “ποιος μου υπόσχεται περισσότερα”, αλλά εστιάζουν στο “ποιος μπορεί να σχεδιάζει καλύτερα για το μέλλον”.
Στην Ελλάδα, δυστυχώς, λείπει η πολιτική παιδεία. Η γνώση των θεσμών είναι επιφανειακή, ο δημόσιος διάλογος συχνά παρεκτρέπεται σε συνθήματα, βρισιές, προκαταλήψεις και ευχολόγια. Η πολιτική συμμετοχή εξαντλείται, κατά κανόνα, στην ψήφο –και αυτή με περιορισμένα κριτήρια, συχνά συναισθηματικά ή πελατειακά. Η κριτική που ασκείται είναι απαραίτητη και συχνά δικαιολογημένη, αλλά στερείται συχνά αυτοκριτικής. Ίσως γιατί είναι πιο εύκολο να μεταθέτουμε τις ευθύνες, παρά να τις αναλαμβάνουμε.
Η ταχεία οικονομική ανάπτυξη της χώρας μας κατά τις τελευταίες δεκαετίες υπήρξε, σε μεγάλο βαθμό, τεχνητή. Βασίστηκε στις ευρωπαϊκές επιδοτήσεις και στον δανεισμό, δίχως να δημιουργηθεί ένα ισχυρό, ανταγωνιστικό, παραγωγικό μοντέλο. Όταν ήρθε η κρίση, αποκαλύφθηκαν τα δομικά ελλείμματα: η κρατική ανεπάρκεια, η θεσμική αστάθεια, η έλλειψη αξιοπιστίας, τα πελατειακά δίκτυα που μπλόκαραν κάθε προσπάθεια εκσυγχρονισμού. Αντί να αναστοχαστούμε και να δούμε το δάσος, αρκεστήκαμε στο να αναζητούμε εξιλαστήρια θύματα: τους «κακούς πολιτικούς», τις «ελίτ», τους «ξένους».
Ο δρόμος προς την ωρίμανση: Συλλογική ευθύνη και ατομική δράση
Η αλήθεια, ωστόσο, είναι πιο σύνθετη –και πολύ πιο ενοχλητική. Η αλλαγή πορείας απαιτεί αλλαγή νοοτροπίας. Κάθε πολίτης πρέπει να δει τον εαυτό του όχι απλώς ως “θύμα” των πολιτικών αποφάσεων, αλλά και ως “συντελεστή” της πραγματικότητας που τον περιβάλλει. Να αναγνωρίσει ότι η πολιτική είναι αντανάκλαση του κοινωνικού σώματος, και ότι μόνο μέσα από την πολιτική ωρίμανση της κοινωνίας μπορούν να αναδειχθούν καλύτεροι ηγέτες.
Ο δρόμος δεν είναι εύκολος. Απαιτεί αλλαγές σε πολλά επίπεδα: στην εκπαίδευση, στην ενημέρωση, στον δημόσιο λόγο, στην οικογενειακή αγωγή, στα πρότυπα που προβάλλονται και υιοθετούνται. Αλλά και σε προσωπικό επίπεδο, ο καθένας καλείται να γίνει πιο ενεργός, πιο υπεύθυνος, πιο απαιτητικός –πρώτα από τον εαυτό του και ύστερα από τους άλλους. Να επιλέγει με κριτήρια, να ελέγχει, να συμμετέχει και να πιέζει για διαφάνεια και αξιοκρατία.
Δεν είναι ουτοπία. Υπάρχουν παραδείγματα μικρών και μεγάλων κοινωνιών που κατόρθωσαν να μετασχηματιστούν, ακριβώς επειδή συνειδητοποίησαν ότι η ευθύνη είναι συλλογική. Η δημοκρατία δεν είναι ένα έτοιμο, αυτόματο σύστημα που “δουλεύει από μόνο του”. Είναι μια διαρκής συλλογική διαδικασία συμμετοχής, ελέγχου και βελτίωσης. Κι αν θέλουμε να φέρουμε την πολιτική στο ύψος των προσδοκιών μας, πρέπει πρώτα να φέρουμε τους εαυτούς μας στο ύψος των περιστάσεων.
Γιατί, τελικά, οι πολιτικοί που μας κυβερνούν είναι ακριβώς οι πολιτικοί που εμείς επιλέγουμε, εμείς ανεχόμαστε, εμείς αναδεικνύουμε –ή εμείς αδιαφορούμε να αλλάξουμε. Αν θέλουμε κάτι καλύτερο, πρέπει εμείς να γίνουμε κάτι καλύτερο. Η αλλαγή δεν έρχεται “απ’ έξω”. Ξεκινά από εμάς. Από την προσωπική μας στάση, τις καθημερινές μας επιλογές, την απαίτησή μας για ποιότητα και ήθος, και την ενεργό μας συμμετοχή στη διαμόρφωση του μέλλοντος που επιθυμούμε.

