Πέντε σύγχρονα πλωτά πυροσβεστικά σκάφη παρέλαβε η Πυροσβεστική. Κανένα στο λιμάνι της Κέρκυρας!!! Γράφει ο Σπύρος Ρίκος
Πριν από λίγες ημέρες, η Πυροσβεστική Υπηρεσία παρέλαβε πέντε σύγχρονα πλωτά πυροσβεστικά σκάφη άμεσης επέμβασης τύπου RAFNAR FIFI 45, τα οποία κατανεμήθηκαν στα λιμάνια του Πειραιάς, του Ηράκλειο, της Πάτρα, της Θεσσαλονίκη και της Ηγουμενίτσα. Με τη νέα αυτή ενίσχυση, ο Πειραιάς διαθέτει πλέον τέσσερα πυροσβεστικά σκάφη, η Θεσσαλονίκη ένα, η Πάτρα δύο, το Ηράκλειο ένα, η Ηγουμενίτσα δύο, ενώ και η Καβάλα διαθέτει δύο πυροσβεστικά πλοία.
Και η Κέρκυρα; Ένα από τα πιο προβεβλημένα τουριστικά λιμάνια της χώρας, που υποδέχεται κάθε χρόνο πάνω από 700.000 επισκέπτες κρουαζιέρας και φέτος κατέγραψε 562 αφίξεις κρουαζιερόπλοιων, δεν διαθέτει ούτε ένα πλωτό πυροσβεστικό σκάφος. Ούτε ένα. Και το πιο ανησυχητικό: κανείς δεν φαίνεται να το διεκδίκησε με την ένταση και τη σοβαρότητα που απαιτούν οι περιστάσεις.
Το ζήτημα δεν είναι θεωρητικό. Στην Κέρκυρα έχουν σημειωθεί περιστατικά πυρκαγιάς σε πλοία – δύο εξ αυτών σε επιβατηγά – καθώς και φωτιά σε ελλιμενισμένο πλοίο. Επιπλέον, πριν από λίγα χρόνια, ξέσπασε πυρκαγιά σε σκάφη στη μαρίνα των Γουβιών. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η αντιμετώπιση βασίστηκε είτε στην αυτοθυσία και την εφευρετικότητα των πυροσβεστών, είτε στην αναμονή άφιξης πλωτού μέσου από την Ηγουμενίτσα. Σε καταστάσεις όπου κάθε λεπτό είναι κρίσιμο, η καθυστέρηση μπορεί να αποβεί μοιραία – για ανθρώπινες ζωές, για το θαλάσσιο περιβάλλον, για την τοπική οικονομία.
Η απουσία πλωτού πυροσβεστικού μέσου από ένα τόσο κομβικό λιμάνι γεννά εύλογα ερωτήματα για τον σχεδιασμό, τις προτεραιότητες και τη δίκαιη κατανομή των πόρων. Η Κέρκυρα δεν είναι απλώς ένας δημοφιλής τουριστικός προορισμός· αποτελεί σημαντικό πυλώνα της εθνικής οικονομίας, με ουσιαστική συνεισφορά στο ΑΕΠ και με αυξημένες ανάγκες λόγω της έντονης θαλάσσιας δραστηριότητας.
Η συζήτηση, ωστόσο, δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στην κριτική προς ένα «αθηνοκεντρικό» κράτος. Υπάρχει και η διάσταση της τοπικής διεκδίκησης. Όταν οι ανάγκες δεν αναδεικνύονται με επιμονή, όταν η συμμετοχή σε κινητοποιήσεις – όπως εκείνη για τις υποδομές υγείας – είναι περιορισμένη, τότε το μήνυμα που εκπέμπεται προς τα κέντρα λήψης αποφάσεων είναι αδύναμο. Η σιωπή συχνά εκλαμβάνεται ως ανοχή.
Η ασφάλεια ενός νησιού με τόσο έντονη τουριστική και ναυτιλιακή δραστηριότητα δεν μπορεί να βασίζεται σε «πατέντες» και στην καλή θέληση των υπηρεσιών. Απαιτείται θεσμικός σχεδιασμός, πρόβλεψη και ισότιμη μεταχείριση. Η προστασία της ανθρώπινης ζωής και της τοπικής οικονομίας δεν είναι πολυτέλεια· είναι αυτονόητη υποχρέωση της Πολιτείας.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο τι φταίει. Είναι τι κάνουμε από εδώ και πέρα. Διεκδικούμε οργανωμένα; Απαιτούμε τεκμηριωμένα; Θέτουμε το ζήτημα ψηλά στην ατζέντα; Γιατί κάποια στιγμή τα λόγια πράγματι στερεύουν. Και τότε μένουν μόνο οι πράξεις — ή η απουσία τους.

