Οι χαίνουσες πληγές της Κέρκυρας και η αδιαφορία της Κυβέρνησης. Γράφει ο Σπύρος Ρίκος
Η Κέρκυρα δεν βρίσκεται απλώς σε κρίση. Βρίσκεται σε καθεστώς εγκατάλειψης. Και η ευθύνη πλέον δεν μπορεί να αποδίδεται ούτε αποκλειστικά στα ακραία καιρικά φαινόμενα ούτε στη γενικόλογη επίκληση της «κλιματικής κρίσης». Όταν ένα νησί στρατηγικής σημασίας για την εθνική οικονομία αποσυντίθεται υποδομικά, τότε το πρόβλημα είναι βαθιά πολιτικό.
Το οδικό δίκτυο καταρρέει σε όλη την έκταση του νησιού. Κατολισθήσεις, καθιζήσεις, διαβρωμένα πρανή, επικίνδυνες καταπτώσεις βράχων, πρόχειρες απομακρύνσεις φερτών υλικών χωρίς μόνιμη αποκατάσταση. Από τον Βορρά μέχρι τον Νότο, η μετακίνηση κατοίκων και επισκεπτών έχει μετατραπεί σε δοκιμασία καθημερινής επιβίωσης. Δεν πρόκειται για μεμονωμένα περιστατικά. Πρόκειται για συστημική αποτυχία συντήρησης και πρόληψης.
Το επιχείρημα της «θεομηνίας» δεν στέκει. Οι έντονες βροχοπτώσεις δεν είναι πλέον απρόβλεπτο γεγονός· αποτελούν νέα κανονικότητα. Οι υποδομές όφειλαν να έχουν προσαρμοστεί. Δεν προσαρμόστηκαν. Δεν ενισχύθηκαν. Δεν ανασχεδιάστηκαν. Αντί για ολοκληρωμένα αντιπλημμυρικά έργα, αντί για σύγχρονη γεωτεχνική θωράκιση πρανών και ανακατασκευή κρίσιμων οδικών αξόνων, επιλέχθηκαν αποσπασματικές παρεμβάσεις και προσωρινά «μπαλώματα».
Και όλα αυτά σε ένα νησί που συνεισφέρει περίπου 2 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως στον δημόσιο κορβανά. Η Κέρκυρα δεν είναι ένας περιφερειακός, χαμηλής σημασίας προορισμός. Είναι ένας από τους πλέον προβεβλημένους τουριστικούς πυλώνες της χώρας, με καθοριστική συμβολή στο ΑΕΠ, στην απασχόληση και στο εμπορικό ισοζύγιο. Παρ’ όλα αυτά, αντιμετωπίζεται ως δευτερεύουσα προτεραιότητα.
Η εικόνα είναι οξύμωρη: ένα «χρυσοφόρο» νησί με υποδομές δεκαετιών, ανεπαρκείς για τις σύγχρονες ανάγκες. Ένας προορισμός διεθνούς φήμης που στηρίζεται σε δρόμους επικίνδυνους, σε πρανή χωρίς ουσιαστική αντιστήριξη, σε δίκτυα που καταρρέουν με την πρώτη σοβαρή κακοκαιρία. Η τοπική αυτοδιοίκηση έχει επανειλημμένα κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου. Οι προειδοποιήσεις ήταν σαφείς. Η ανταπόκριση της κεντρικής διοίκησης υπήρξε ανεπαρκής.
Η κυβερνητική αδιαφορία δεν μπορεί πλέον να κρύβεται πίσω από γραφειοκρατικές διαδικασίες, μελέτες επί μελετών και υποσχέσεις για «μελλοντική ένταξη έργων». Όταν τίθεται σε κίνδυνο η ασφάλεια πολιτών και επισκεπτών, όταν διακυβεύεται η λειτουργία ενός βασικού οικονομικού πυλώνα, η αδράνεια ισοδυναμεί με εγκατάλειψη.
Η αποκατάσταση των πρόσφατων ζημιών δεν αρκεί. Δεν αρκεί η απομάκρυνση βράχων και φερτών υλικών. Δεν αρκεί η πρόχειρη αποκατάσταση της κυκλοφορίας μέχρι την επόμενη νεροποντή. Απαιτείται ριζικός ανασχεδιασμός: ολοκληρωμένο πρόγραμμα ανακατασκευής οδικού δικτύου, σύγχρονα αντιπλημμυρικά έργα, γεωτεχνικές μελέτες και μόνιμες ενισχύσεις πρανών, πρόβλεψη για ακραία φαινόμενα που πλέον δεν είναι εξαίρεση αλλά κανόνας.
Η κρατική αρωγή δεν είναι επιχορήγηση χάριτος. Είναι θεσμική υποχρέωση απέναντι σε μια περιοχή που στηρίζει καθοριστικά τα δημόσια έσοδα της χώρας. Η Κέρκυρα δεν ζητά προνομιακή μεταχείριση. Ζητά το αυτονόητο: υποδομές αντάξιες της συνεισφοράς και της σημασίας της.
Η συνέχιση της σημερινής στάσης συνιστά πολιτική επιλογή. Και κάθε νέα κατάρρευση δρόμου, κάθε νέα κατολίσθηση, κάθε νέα διακοπή κυκλοφορίας δεν θα μπορεί πλέον να αποδοθεί αποκλειστικά στα καιρικά φαινόμενα. Θα βαραίνει όσους γνώριζαν και δεν έπραξαν.
Η Κέρκυρα δεν μπορεί να περιμένει. Η ευθύνη είναι εθνική. Και ο χρόνος, πλέον, δεν λειτουργεί υπέρ κανενός.

