«Οι μελλοθάνατοι της Καισαριανής: Μνήμη ή πολιτικό θέαμα; Πως καταντήσαμε έτσι.» Γράφει ο Σπύρος Ρίκος
Οι φωτογραφίες των μελλοθανάτων της Καισαριανής που είδαν το φως της δημοσιότητας πριν από λίγες ημέρες και κυρίως τα καθαρά πρόσωπα, χωρίς ίχνος φόβου να βαδίζουν προς το εκτελεστικό απόσπασμα και τον θάνατο σίγουρα ήταν γροθιά στο στομάχι. Το ίδιο, γροθιά στο στομάχι ήταν και οι αντιδράσεις τόσο του πολιτικού κόσμου όσο και όλων όσοι μπήκαν στο κόπο να γράψουν και να καταθέσουν τα συναισθήματα τους. Αποκαλυπτικά τα όσα γράφτηκαν για την σημερινή κοινωνία μας, η οποία αγνοεί την νοηματοδότηση εννοιών όπως είναι, ιδανικά, αρχές, αξίες, ιδεολογία, καθήκον, αγώνας, θυσία. Δυστυχώς η έκπτωση αυτών των εννοιών, που είναι θεμελιώδεις για τη διαμόρφωση μιας συλλογικής συνείδησης αντάξιας των προγόνων μας, είναι το μεγάλο πρόβλημα της χώρας.
Δεν έχουμε, πολύ το φοβάμαι καμία σχέση με τους προγόνους μας, με αυτούς τους ήρωες, που είναι πραγματικοί ήρωες και θα το εξηγήσω παρακάτω, οι οποίοι βάδισαν στον θάνατο με ψηλά το κεφάλι και με αξιοπρέπεια. Όχι μόνο οι 200 της Καισαριανής, αλλά και όσοι τραγουδώντας βάδιζαν με χαμόγελο στα Βουνά της Ηπείρου να αντιμετωπίζουν έναν σύγχρονο για την εποχή και τριπλάσιο σε δύναμη στρατό, όπως ήταν οι Ιταλοί. Όσοι έκαναν αντίσταση, ο καθένας με τον τρόπο του στα χρόνια της Ιταλικής και Γερμανικής κατοχής. Αλλά αυτοί ήταν μια άλλη γενιά. Ήταν παιδιά του εμφυλίου του 1916 όταν η χώρα μας, για μια ακόμα φορά χωρίστηκε στα 2. Στους υποστηρικτές του φιλογερμανού Βασιλιά και στους υποστηρικτές της Ανταντ, δηλαδή Άγγλων και Γάλλων με πρωτεργάτη τον «εθνάρχη’ Βενιζέλο. Ήταν παιδιά της μικρασιατικής καταστροφής, είτε πολέμησαν στην Ασία, είτε ήρθαν προσφυγόπουλα, που οι Έλληνες τους υποδέχτηκαν με τον χαρακτηρισμό «Τουρκόσποροι». Ήταν παιδιά που βίωσαν τη δικτατορία του Πάγκαλου. Παιδιά που κυνηγήθηκαν από το ιδιώνυμο του «εθνάρχη» Βενιζέλου το 1929, ο οποίος ίδρυσε και την Ειδική Ασφάλεια της Χωροφυλακής και έστελνε τα μέλη της για εκπαίδευση στη Γερμανία για να κυνηγούν τους Κομμουνιστές, τους Ρομά, τους ομοφυλόφιλους και άλλες μειονότητες. Ήταν παιδιά που κυνηγήθηκαν από τη δικτατορία του Μεταξά, ο οποίος πάτησε στο ιδιώνυμο του «Εθνάρχη». Ήταν μια κοινωνία, που έζησε στα άκρα, πότε από τη μια πλευρά, πότε, πολύ λιγότερο από την άλλη και γνώριζε ότι ο θάνατος παραμόνευε κάθε στιγμή. Μια κοινωνία που μεγάλωνε με το όραμα να κερδίσει μέσα από τους αγώνες της έναν καλύτερο μέλλον, αλλά που βίωνε την αβεβαιότητα κάθε μέρα. Που ονειρευόταν έναν καλύτερο και δικαιότερο κόσμο. Μια κοινωνία που ζούσε με τον θάνατο, είτε από πείνα, είτε στις διαδηλώσεις, είτε στους εμφύλιους, είτε στο πεδίο της μάχης. Αλήθεια όταν ζεις και μεγαλώνεις έτσι, μαθημένος να αγωνίζεσαι, όχι μόνο για τον εαυτό σου, αλλά για τους συντρόφους σου, για τους συμπολίτες σου, για τα παιδιά σου, για τους απογόνους σου, αν προλάβεις, δεν σε φοβίζει η κάνη του όπλου των κατακτητών.
Ήρωας μπορεί να γίνει κάποιος γιατί δεν έχει άλλη επιλογή και υπό αυτές τις συνθήκες δέχεται το μοιραίο. Όμως αυτοί της Καισαριανής, οι πολεμιστές στα βουνά της Ηπείρου απέναντι στους Ιταλούς, όσοι αντιτάχτηκαν στις δικτατορίες και αγωνίστηκαν να φύγουν οι ξένοι και η χώρα μας να γίνει πραγματικά ελεύθερη, είχαν επιλογές. Οι 200 αν υπέγραφαν μια δήλωση θα πήγαιναν σπίτι τους. Τουλάχιστον κάποιοι από αυτούς και δεν παραδίδονταν στους Γερμανούς. Ο Νίκος Γόδας όταν στήθηκε μπροστά στις κάνες του αποσπάσματος στο Λαζαρέτο είχε επιλογή, να υπογράψει μια δήλωση και αν συνεχίσει κανονικά τη ζωή του. Δεν το έκανε, προτίμησε να ζητήσει ως τελευταία επιθυμία να τον σκοτώσουν με τη φανέλα της αγαπημένης του ομάδας.
Αλήθεια τι σχέση έχουμε εμείς σήμερα, με τους προγόνους μας; Εμείς πέφτουμε σε κατάθλιψη γιατί δεν μπορούμε να αγοράσουμε το iphone 18 και τρέχουμε στον ψυχολόγο. Για αυτό και η έκπληξη μας, όταν είδαμε αυτές τις φωτογραφίες ντοκουμέντο. Είναι φωτογραφίες τεκμήριο για το πόσο χαμηλά έχει πέσει η σημερινή κοινωνία. Μια κοινωνία χωρίς αρχές, χωρίς αξίες, χωρίς ιδανικά, χωρίς όραμα για έναν καλύτερο κόσμο. Γι’ αυτό όσα σκάνδαλα και να μάθουμε τα «καταπίνουμε» και επιβραβεύουμε αυτούς που τα έκαναν. Δεν έχουμε καταλάβει όμως ότι και εμείς βαδίζουμε στο «εκτελεστικό απόσπασμα» μια άλλης Καισαριανής, που δεν έχει καμία σχέση με την Καισαριανή των ηρώων. Αλλά είναι μια «Καισαριανή της ντροπής».
Αν υπάρχει παράδεισος και μας βλέπουν όλοι αυτοί από εκεί πάνω θα κλαίνε για το κατάντημα μας. Όχι δεν θα στεναχωρηθούν γιατί αυτοί σκοτώθηκαν και εμείς καταντήσαμε έτσι, γιατί αυτοί απλά έπραξαν το καθήκον τους, μια έννοια που εμείς αγνοούμε.
Η ιστορική μνήμη έχει αξία όταν γίνεται γέφυρα και όχι χάσμα. Οι άνθρωποι εκείνης της εποχής δεν ήταν υπεράνθρωποι· ήταν άνθρωποι που βρέθηκαν σε ακραίες συνθήκες και πήραν δύσκολες αποφάσεις. Το στοίχημα για τη σημερινή κοινωνία δεν είναι να αποδείξει ότι είναι αντάξια μέσα από μια νέα τραγωδία, αλλά να αποδείξει ότι έμαθε από εκείνους χωρίς να χρειαστεί να ζήσει τα ίδια. Προσωπικά δεν το βλέπω, αλλά το εύχομαι.

