Ναι στο ΕΣΥ, αλλά προϋπόθεση είναι η ουσιαστική στελέχωσή του. Γράφει η Ανδριάνα Βλάχου
Το Εθνικό Σύστημα Υγείας αποτελεί μία από τις σημαντικότερες κοινωνικές κατακτήσεις της σύγχρονης Ελλάδας. Η ίδρυσή του, με εμπνευστή τον Γιώργο Γεννηματά, κατοχύρωσε το δικαίωμα των πολιτών στην ισότιμη πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας. Ίσως το σημαντικότερο χαρακτηριστικό του είναι ο καθολικός του χαρακτήρας, καθώς απευθύνεται σε όλους, ανεξάρτητα από την οικονομική ή ασφαλιστική τους κατάσταση. Με αυτή την έννοια, το ΕΣΥ δεν είναι απλώς ένας δημόσιος θεσμός· αποτελεί έκφραση κοινωνικής αλληλεγγύης και συνοχής.
Όλα αυτά τα χρόνια το ΕΣΥ στηρίχθηκε πρωτίστως στους ανθρώπους του. Στους γιατρούς, στους νοσηλευτές, στους διοικητικούς υπαλλήλους, αλλά και στις διοικήσεις των νοσοκομείων, οι οποίες καλούνται να λειτουργήσουν μέσα σε ένα συχνά ασταθές οικονομικό και δημοσιονομικό περιβάλλον. Το ΕΣΥ είναι οι άνθρωποί του. Είναι εκείνοι που, πολλές φορές κάτω από ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες, συνεχίζουν αδιάκοπα να προσφέρουν υψηλού επιπέδου υπηρεσίες υγείας όχι μόνο στους κατοίκους της χώρας μας, αλλά και στους χιλιάδες επισκέπτες της.
Είναι όλα ιδανικά; Προφανώς όχι. Όπως σε κάθε μεγάλο δημόσιο οργανισμό, υπάρχουν αδυναμίες και προβλήματα. Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι το σύστημα λειτουργεί χωρίς ελλείψεις. Όποιος το υποστηρίζει, απέχει από την πραγματικότητα. Ωστόσο, όποιος έχει χρειαστεί τις υπηρεσίες του ΕΣΥ γνωρίζει ότι, στις πιο κρίσιμες στιγμές, νιώθει ασφάλεια χάρη στον επαγγελματισμό, την επιστημονική κατάρτιση και την αυταπάρνηση του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού. Συχνά οι άνθρωποι αυτοί υπερβαίνουν τα ανθρώπινα όρια, καλύπτοντας κενά και ελλείψεις με προσωπικό κόστος. Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο κεφάλαιο του δημόσιου συστήματος υγείας.
Δεν πρέπει όμως να κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Το σημαντικότερο πρόβλημα του ΕΣΥ είναι η υποστελέχωση, η οποία διαπερνά όλες τις βαθμίδες του συστήματος, από την πρωτοβάθμια έως την τριτοβάθμια περίθαλψη. Ιδιαίτερα η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας χρειάζεται ουσιαστική ενίσχυση. Η εμπειρία χωρών όπως η Πορτογαλία δείχνει ότι ένα ισχυρό δίκτυο Κέντρων Υγείας λειτουργεί ως «κυματοθραύστης», απορροφώντας μεγάλο μέρος των περιστατικών και αποσυμφορώντας τα νοσοκομεία. Η επένδυση στην πρωτοβάθμια φροντίδα δεν είναι μόνο ζήτημα καλύτερης εξυπηρέτησης των πολιτών, αλλά και αποτελεσματικότερης λειτουργίας ολόκληρου του συστήματος.
Παράλληλα, απαιτούνται γενναίες παρεμβάσεις ώστε να καταστεί ελκυστική η εργασία στο δημόσιο σύστημα υγείας. Η εμπειρία της Ρουμανίας, όπου η σημαντική βελτίωση των αποδοχών οδήγησε στην επιστροφή χιλιάδων γιατρών και νοσηλευτών, αποδεικνύει ότι η αναστροφή του φαινομένου του brain drain είναι εφικτή όταν υπάρχει πολιτική βούληση.
Η πραγματικότητα είναι αμείλικτη. Προκηρύξεις θέσεων γιατρών και νοσηλευτών δημοσιεύονται ακόμη και για το νοσοκομείο μας, όμως πολλές φορές καταλήγουν άγονες. Ποιος νέος γιατρός θα επιλέξει να υπηρετήσει σε μια νησιωτική περιοχή με αποδοχές της τάξης των 1.300 έως 1.400 ευρώ, όταν μόνο το κόστος ενοικίασης κατοικίας μπορεί να φτάνει τα 700 ευρώ και όταν καλείται να πραγματοποιεί οκτώ έως δέκα εφημερίες κάθε μήνα; Αντίστοιχα, πώς μπορεί να προσελκυσθεί ένας νοσηλευτής με αποδοχές 800 ή 900 ευρώ, όταν το κόστος ζωής στα νησιά είναι τόσο υψηλό;
Η στελέχωση των δημόσιων δομών υγείας δεν είναι απλώς θέμα αριθμών. Είναι ζήτημα αξιοπρεπών αμοιβών, παροχής κινήτρων, εξασφάλισης στέγης στις νησιωτικές και απομακρυσμένες περιοχές και δημιουργίας συνθηκών που θα επιτρέψουν στους επαγγελματίες υγείας να ασκήσουν το λειτούργημά τους με ποιότητα και προοπτική.
Γι’ αυτό το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: Ναι στο δημόσιο σύστημα υγείας. Ναι στο Εθνικό Σύστημα Υγείας. Όμως η διατήρηση και η αναβάθμισή του προϋποθέτουν την άμεση και ουσιαστική κάλυψη των κενών θέσεων, όχι μόνο στα μεγάλα αστικά κέντρα αλλά και στην ελληνική περιφέρεια και ιδιαίτερα στα νησιά.
Το ΕΣΥ είναι μια λαϊκή και κοινωνική κατάκτηση που οφείλουμε να διαφυλάξουμε. Η μεγαλύτερη επένδυση που μπορεί να κάνει σήμερα η Πολιτεία δεν είναι μόνο στις κτιριακές εγκαταστάσεις ή στον εξοπλισμό, αλλά στους ανθρώπους του. Γιατί χωρίς επαρκές και καλά αμειβόμενο προσωπικό, κανένα σύστημα υγείας, όσο καλά σχεδιασμένο κι αν είναι, δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες της κοινωνίας.

