Η λέξη δεν είναι χρησμός: Για τα όρια της διακειμενικότητας και την επιστημολογία της ερμηνείας 13 Απαντήσεις Σε Αναφομοίωτους Γλωσσολογικούς Ισχυρισμούς – Δοκίμιο σε 4 μέρη ΜΕΡΟΣ 2ο Του Σπύρου Άνδρεϊτς
- Η σημασία δεν βρίσκεται σε μία λέξη, αλλά ούτε και σε μια μεταφυσική ολότητα
Θα ήταν, πάντως, εξίσου ανακριβές να ισχυριστούμε ότι η φράση αποτελεί πάντοτε την τελική και αποκλειστική σημασιολογική μονάδα. Η γλωσσική σημασία οργανώνεται σε πολλαπλά επίπεδα: μορφολογικό, λεξικό, συντακτικό, προτασιακό, εκφωνηματικό, κειμενικό και πραγματολογικό.
Η σημασία μιας λέξης μπορεί να επηρεάζεται από τη σύνταξη, η ερμηνεία μιας πρότασης από τα συμφραζόμενα και η λειτουργία μιας εκφοράς από τη σχέση της με προηγούμενες εκφορές και με τις συμβάσεις της συγκεκριμένης περίστασης.
Μια φράση, άλλωστε, μπορεί να παραμένει αμφίσημη ακόμη και όταν εξετάζεται στο σύνολό της. Αντίστροφα, μια μεμονωμένη λέξη μπορεί να διαθέτει απολύτως προσδιορίσιμη λεξική σημασία σε ορισμένες χρήσεις. Δεν υπάρχει, επομένως, λόγος να αντικαταστήσουμε τον μύθο της παντοδύναμης λέξης με τον μύθο της παντοδύναμης φράσης.
Εκείνο που χρειάζεται είναι μια ιεράρχηση των επιπέδων ανάλυσης ανάλογα με το ερώτημα που θέτουμε.
Όταν εξετάζουμε τη λεξική σημασία, μελετούμε τη συμβατική σημασιολογική και γραμματική συμπεριφορά της λέξης. Όταν εξετάζουμε το νόημα μιας εκφοράς, λαμβάνουμε υπόψη τον ομιλητή, τον αποδέκτη, την περίσταση και τον επικοινωνιακό σκοπό. Όταν ερμηνεύουμε ένα λογοτεχνικό έργο, οφείλουμε να εξετάζουμε επιπλέον τη δομή, τη συνοχή, το είδος, την αφηγηματική λειτουργία και το ιστορικό περιβάλλον του.
Η μεθοδολογική αυστηρότητα συνίσταται ακριβώς στο να μη συγχέουμε αυτά τα επίπεδα και να μην αποδίδουμε σε ένα από αυτά εξηγητική ισχύ που δεν διαθέτει.
- Όστιν, Ντεριντά και Σερλ: τι πραγματικά διακυβεύεται;
Με βάση τα παραπάνω, η αντιπαράθεση που προβάλλουν κάποιοι ανάμεσα στον Όστιν, τον Ντεριντά και τον Σερλ χρειάζεται να αντιμετωπιστεί με μεγαλύτερη ακρίβεια από εκείνη που επιτρέπει η απλουστευτική αντίθεση ανάμεσα στην πρόθεση και την απεριόριστη πολυσημία.
Ο Όστιν, στο έργο του How to Do Things with Words, δεν περιορίζεται στην ιδέα ότι οι λέξεις αποκτούν νόημα μόνο όταν ο ομιλητής έχει μια απολύτως διαφανή συνείδηση του τι κάνει. Η θεωρία του αφορά πρωτίστως τις συνθήκες υπό τις οποίες μια εκφορά επιτελεί επιτυχώς μια συμβατική πράξη. Η καταλληλότητα της περίστασης, η ύπαρξη αναγνωρισμένων διαδικασιών και η ορθή εκτέλεσή τους παίζουν καθοριστικό ρόλο.
Η διάκριση που εισάγει ανάμεσα στις συνηθισμένες επιτελεστικές χρήσεις και στις θεατρικές ή άλλες ειδικές χρήσεις της γλώσσας δεν πρέπει να μετατρέπεται αβασάνιστα σε θέση ότι η λογοτεχνία στερείται νοήματος ή ότι η γλώσσα λειτουργεί αποκλειστικά χάρη στην ψυχολογική ειλικρίνεια του ομιλητή.
Ο Ντεριντά, από την πλευρά του, δεν διατυπώνει απλώς την τετριμμένη παρατήρηση ότι οι λέξεις έχουν πολλές σημασίες. Στο «Signature Event Context» υποστηρίζει ότι η δυνατότητα επανάληψης ενός σημείου σε διαφορετικά συμφραζόμενα αποτελεί δομικό χαρακτηριστικό της σημειωτικής λειτουργίας του. Η δυνατότητα αυτή συνεπάγεται ότι κανένα συγκεκριμένο πλαίσιο δεν εξασφαλίζει έναν απολύτως κλειστό και τελικό προσδιορισμό όλων των μελλοντικών χρήσεων ενός σημείου.
Η θέση αυτή είναι ισχυρότερη από την απλή διαπίστωση της πολυσημίας, αλλά δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι όλες οι ερμηνείες είναι εξίσου βάσιμες ή ότι οποιαδήποτε λέξη μπορεί να σημαίνει οτιδήποτε.
Αντιστοίχως, ο Σερλ, στο «Reiterating the Differences: A Reply to Derrida», δεν υπερασπίζεται απλώς την αυτονόητη θέση ότι ο συγγραφέας γνωρίζει πάντοτε τι εννοεί. Η ένστασή του αφορά, μεταξύ άλλων, το αν οι παρατηρήσεις του Ντεριντά για την επαναληψιμότητα των σημείων ανατρέπουν πράγματι τις διακρίσεις που χρειάζεται η ανάλυση της γλωσσικής επικοινωνίας ή αν συγχέουν διαφορετικά επίπεδα θεωρητικής περιγραφής.
Επομένως, η ουσιαστική αντιπαράθεση δεν λύνεται με την απόφανση ότι η πρόθεση καθορίζει τα πάντα ή ότι το κείμενο αποδεσμεύεται από κάθε περιορισμό. Το πραγματικό ερώτημα είναι πιο απαιτητικό:
Πώς διακρίνουμε την αναπόφευκτη ανοιχτότητα της σημασίας από την αυθαίρετη απόδοση νοήματος;
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ότι εξαλείφουμε την αμφισημία. Μπορεί, όμως, να είναι ότι αξιολογούμε τις ερμηνείες βάσει της γλωσσικής τους τεκμηρίωσης, της πραγματολογικής τους επάρκειας, της συμβατότητάς τους με τα δεδομένα και της ικανότητάς τους να εξηγούν το σύνολο του υπό εξέταση υλικού.
- Η διαφορά ανάμεσα στην ερμηνευτική υπόθεση και στην ερμηνευτική απόδειξη
Ας υποθέσουμε ότι ένας κριτικός εντοπίζει σε ένα λογοτεχνικό κείμενο τη λέξη «παπούτσι» και τη συνδέει με ένα άλλο έργο στο οποίο το υπόδημα λειτουργεί ως σύμβολο κοινωνικής ταυτότητας. Από εκεί προχωρά σε μια σειρά συσχετίσεων με την κοινωνική τάξη, την εξουσία, την τελετουργία και τη μεταμόρφωση του υποκειμένου.
Η ανάγνωση μπορεί να είναι δημιουργική. Μπορεί ακόμη και να αποδειχθεί εύστοχη. Το ερώτημα, όμως, είναι τι ακριβώς την καθιστά εύστοχη.
Υπάρχουν επαναλαμβανόμενα μοτίβα στο κείμενο που υποστηρίζουν τη σύνδεση; Υπάρχουν ιστορικά στοιχεία που επιτρέπουν να υποθέσουμε ότι ο συγγραφέας γνώριζε το σχετικό έργο; Η λέξη εμφανίζεται σε συμφραζόμενα που ενεργοποιούν πράγματι τη συμβολική της διάσταση; Η ερμηνεία φωτίζει ένα πραγματικό πρόβλημα του έργου ή εισάγει ένα νέο πρόβλημα για να δικαιολογήσει την ίδια της την ύπαρξη;
Αυτά είναι ερωτήματα που μπορούν να συζητηθούν και να ελεγχθούν.
Αντίθετα, η απλή απαρίθμηση πιθανών αναφορών δεν αποτελεί απόδειξη διακειμενικής σχέσης. Ούτε η ομοιότητα δύο εικόνων αρκεί από μόνη της για να τεκμηριώσει ιστορική εξάρτηση, συγγραφική πρόθεση ή κοινή σημασιολογική λειτουργία.
Χρειάζεται να διακρίνουμε τουλάχιστον τρεις διαφορετικούς ισχυρισμούς:
- Δύο κείμενα μπορούν να συσχετιστούν ερμηνευτικά.
- Τα δύο κείμενα παρουσιάζουν τεκμηριωμένη ιστορική ή διακειμενική σχέση.
- Η συγκεκριμένη σχέση είναι αναγκαία ή ιδιαίτερα σημαντική για την ερμηνεία του πρώτου κειμένου.
Οι τρεις ισχυρισμοί δεν είναι ισοδύναμοι. Ο πρώτος αφορά τη δυνατότητα μιας ανάγνωσης. Ο δεύτερος απαιτεί στοιχεία για τη σχέση των κειμένων. Ο τρίτος απαιτεί επιπλέον επιχειρηματολογία σχετικά με την ερμηνευτική σημασία αυτής της σχέσης.
Όποιος τους συγχέει, μπορεί να εμφανίζει μια αλυσίδα συσχετισμών ως ολοκληρωμένη απόδειξη, ενώ στην πραγματικότητα έχει τεκμηριώσει μόνο την αφετηρία της.
- Η αρχή της ερμηνευτικής οικονομίας και η ανάγκη αποκλεισμού
Μια σοβαρή ερμηνεία δεν οφείλει μόνο να εξηγεί όσα παρατηρούμε. Οφείλει επίσης να επιτρέπει να αποκλείουμε ορισμένες από τις ερμηνείες που θα μπορούσαμε θεωρητικά να κατασκευάσουμε.
Αν κάθε λέξη μπορεί να ενεργοποιεί απεριόριστες αναφορές, αν κάθε αναφορά μπορεί να συνδεθεί με άλλες αναφορές και αν κάθε νέα σύνδεση θεωρείται από μόνη της επιβεβαίωση της αρχικής υπόθεσης, τότε η ερμηνευτική μέθοδος καθίσταται πρακτικά απρόσβλητη από τον έλεγχο. Οποιοδήποτε στοιχείο μπορεί να ενσωματωθεί εκ των υστέρων στην ανάλυση, ενώ κανένα στοιχείο δεν μπορεί να θεωρηθεί πραγματική ένδειξη εναντίον της.
Αυτή η δυσκολία δεν αφορά αποκλειστικά τη φιλολογία και τη γλωσσολογία. Αποτελεί γενικότερο πρόβλημα της μεθοδολογίας: μια θεωρία που μπορεί να προσαρμόζεται σε κάθε πιθανό δεδομένο, χωρίς να διακινδυνεύει ποτέ τη διάψευση ή την ουσιαστική αναθεώρησή της, χρειάζεται να εξηγήσει με ποιον τρόπο διακρίνεται από μια παλαβή αφηγηματική κατασκευή.
Η αρχή της ερμηνευτικής οικονομίας δεν απαιτεί να προτιμούμε πάντοτε την απλούστερη ανάγνωση. Απαιτεί, όμως, να μην πολλαπλασιάζουμε τις υποθέσεις χωρίς αντίστοιχη αύξηση της εξηγητικής τους δύναμης.
Μια περίπλοκη ερμηνεία μπορεί να είναι απολύτως δικαιολογημένη, εφόσον εξηγεί στοιχεία που διαφορετικά θα παρέμεναν ακατανόητα. Δεν δικαιολογείται, όμως, μόνο και μόνο επειδή είναι περίπλοκη, επειδή επιδεικνύει δηθενιάρικη πολυμάθεια ή επειδή καταφέρνει να συνδέσει το υπό εξέταση κείμενο με έναν εντυπωσιακό αριθμό άλλων έργων.
Η συσσώρευση αναφορών δεν είναι συνώνυμη της συσσώρευσης αποδείξεων. <> ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ 3ο ΜΕΡΟΣ

