Η εκδίκηση τού Καημένου του Γιάννη Ρεβύθη
Το χωριό ήταν κτισμένο στην κορυφή τού λόφου. Φάνταζε επιβλητικό στα μάτια των παιδιών, γιατί το συνδύαζαν με τις διάφορες ιστορίες που άκουγαν από τους γεροντότερους. Ηταν αρκετοί αυτοί που υποστήριζαν ότι το αρχοντικό στην πλαγιά του χωριού, την περίοδο της Κατοχής ήταν η έδρα του Ιταλού φρουράρχου της περιοχής.
Από τους πρόποδες του χωριού ξεκινούσε το λιβάδι. Ένας αληθινός υδρότοπος, πλούσιος σε νερά, ιδανικός τόπος για καλλιέργειες οπωροκηπευτικών, αμπελώνων και άλλων φυτικών προϊόντων. Μέχρι και τα μέσα του περασμένου αιώνα ήταν ο σιτοβολώνας της Κέρκυρας, αλλά αυτό ήταν το τελευταίο που ενδιέφερε τα παιδιά.
Αυτό που ξεχώριζαν στο χωριό τους ήταν η μεγάλη πλατεία, η οποία εύκολα μετατρεπόταν σε γήπεδο ποδοσφαίρου, με θύματα τα σπασμένα τζάμια των γειτονικών σπιτιών. Και το Αλώνι που βρισκόταν στο πίσω μέρος του περίβολου της εκκλησίας. Αγαπημένος τόπος συνεύρεσης και καταφύγιο για τις μεγάλες ζέστες του Θερτή και του Αλωνάρη.
Αλώνι το έλεγαν γιατί εκεί έπαιρναν παλαιότερα το σιτάρι ή το κριθάρι για άλεσμα και τα τελευταία χρόνια το γέννημα ή τα ξηρά όσπρια για το καθάρισμα από τα φύλλα . Εκεί τα Αυγουστιάτικα μελτέμια γίνονταν ο καλύτερος συνεργάτης για τις νοικοκυρές.
Τα μεσημέρια, τις ζεστές μέρες του καλοκαιριού, μετά το μεσημεριανό φαγητό, στο Αλώνι μαζευόταν όλο το χωριό. Ένας-ένας περνούσαν το σιδερένιο πορτόνι της εκκλησίας, με τον σταυρό στην κορυφή, και ανηφόριζαν για το «φυσικό μπαλκόνι», όπως το έλεγαν.
Εξαιρετική η θέα, αλλά αυτό που το έκανε τόσο ελκυστικό ήταν ο φρέσκος αγέρας, η φρεσκαδούρα, όπως την έλεγαν, που ερχόταν από τους Ερμονες.Το αεράκι που δρόσιζε καλύτερα και από το πιο σύγχρονο κλιματιστικό.
Καθώς ανέβαιναν, κρατούσαν κάτω από τη μασχάλη, άλλος μια παλιόκουβέρτα που είχε ξεμείνει από την Αμερικανική βοήθεια, άλλος καμιά τυλιγμένη κουρελού, φτιαγμένη από τις κοπέλες του χωριού , όσες δηλαδή είχαν πάρει τόν αργαλειό από την «Πρόνοια». Περπατούσαν με γρήγορο βήμα για να προλάβουν να πάρουν την καλύτερη θέση κάτω από τις γέρικες ελιές, να στρώσουν χάμω στο χώμα τα συμπράγκαλα τους και να “πάρουν” το μεσημεριανό μπουζουλότο τους. Συνήθως κρατούσαν και μια μικρή πάνινη τσάντα με τυλιγμένα λίγα κομμάτια από το χυμονικό, που το φύλαγαν για μετά τον ύπνο, «έτσι για το στόμα» έλεγαν, και το γυάλινο μποτσί, που άλλος το είχε γεμάτο με νερό και άλλος με… κρασί.
Στους κορμούς από τις ελιές ήταν ακόμα οι αριθμοί, σημάδι αναγνωριστικό για τις «μπάνκες» που είχαν στήσει στο πανηγύρι των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. Οι πλανόδιοι “μαγαζάτορες” έγραφαν συνήθως έναν αριθμό στον κορμό της ελιάς, τον δήλωναν στον παπά και έτσι κατοχύρωναν τον χώρο όπου θα τοποθετούσαν τα τραπεζοκαθίσματα για το πανηγύρι.
Καθώς έστρωναν τις κουρελούδες και τις κουβέρτες, κάτω από τον βαθύ ίσκιο του ελαιώνα, μιλούσαν χαμηλόφωνα με θέματα συζήτησης συνήθως τα τελευταία νέα του χωριού. Αυτές τις μέρες, τα νέα που συζητιούνταν παντού ήτανε οι επιστολές που έστελναν ο βασιλιάς από το Μον Ρεπό και ο Γιώργος Παπανδρέου. Φαίνεται όμως πως από τις συζητήσεις που είχαν τους ενδιέφερε περισσότερο να μάθουν αν θα σφάξει κάνα χοιρινό αυτό το Σάββατο ο Θανάσης και να γραφτούν στη λίστα του. Συζητούσαν και για τις τελευταίες προετοιμασίες για τα σταφύλια πρίν τα τρυγήσουν.
Τα παιδιά που τούς ακολουθούσαν ζούσαν στον δικό τους κόσμο. Όσο άκουγαν τους μεγαλύτερους να διηγούνται τις διάφορες ιστορίες, τους άκουγαν προσεκτικά. Όταν όμως κάπου στη μέση έκλειναν τα μάτια γιατί τους “έπαιρνε” ο ύπνος, απομακρύνονταν. Μετά τα όσα είχαν ακούσει τις προηγούμενες μέρες και τις διηγήσεις για τα φίδια που να βρουν διάθεση γιά ύπνο. Ιδιαίτερα μετά τα όσα έμαθαν για τις σαιτιές, ένα είδος φιδιού που πετάγονταν από δέντρο σε δέντρο, πού να κλείσουν μάτι.
Τούς είχαν καθησυχάσει ότι δεν κινδύνευαν, γιατί το πρωί είχαν κάψει παλιά παπούτσια. Η μυρωδιά του καμένου δέρματος τους έλεγαν διώχνει τα φίδια, αλλά υπήρχε πάντα ο φόβος.
Σήμερα ο Γιάννης είχε κι άλλον έναν σπουδαίο λόγο για να μην κοιμηθεί….Την προηγούμενη μέρα ο Μήτσος είχε πάει στην πόλη και, μαζί με τα διάφορα ψώνια, είχε αγοράσει διάφορα περιοδικά από “δεύτερο χέρι”.. είχε φέρει Μυστήριο, Μάσκα, Μικρό Ήρωα και Μικρό Σερίφη.
Ο Μικρός Σερίφης ήταν το αγαπημένο του ανάγνωσμα. Πιο παιδί αλήθεια σκεφτότανε δεν ξετρελαινόταν κυριολεκτικά με τον Τζιμ Άνταμς, τον Πεπίτο, τη Ντιάνα και τον Τσιπιρίπο; Του άρεσαν όλοι οι ήρωες του Μικρού Σερίφη. Ο Τζιμ Άνταμς, ο προστάτης του νόμου, που με τα εξάσφαιρά του νικούσε πάντα τους παράνομους. Και η αγαπημένη του Ντιάνα, παρόλο που δεν καταλάβαινε πώς μια μικρή κοπέλα χρησιμοποιούσε τα πιστόλια κι ανέβαινε σε άλογα. Του άρεσε και το μικρό Ινδιανάκι με το τόξο και τα βέλη του.
Ο ήρωάς του όμως ήταν ο Πεπίτο με τον γάιδαρό του, τον Πελεγκρίνο. Του άρεσε πολύ αυτή η φιλική σχέση που είχανε, το πόσο προστάτευε ο ένας τον άλλον. Ο Πεπίτο με το σομπρέρο του να καβαλά τον Πελεγκρίνο, αλλά ο γαϊδαράκος του, όταν ένιωθε ότι κάτι τον ενοχλεί, ήταν έτοιμος για σκαμπουλινιές και νά ’σου ο Πεπίτο να βρίσκεται στο έδαφος. Στις κρίσιμες όμως στιγμές, όταν ο Πεπίτο κινδύνευε, ο Πελεγκρίνο ήταν εκεί, με τις κλωτσιές του, να βοηθήσει τον κύριο του.
Ταξίδευε με τίς σκέψεις του, στις περιπέτειες του Μικρού Σερίφη.
Έπλαθε με τη φαντασία του ιστορίες από το Άγριο Τέξας. Ταξίδευε με τον Πελεγκρίνο, περνούσε τις ερήμους ατρόμητος, παρόλο που, όταν σταματούσαν στις πόλεις και πήγαιναν στα bar, το αγαπημένο τους ποτό ήταν το γάλα. Φανταζόταν ότι κάποια μέρα θα ανέβει κι αυτός στον δικό του γάιδαρο, τον “Καημένο” έτσι τον φώναζαν στο σπίτι, και θα “κατακτήσει” μαζί του την Άγρια Δύση.
Μια μέρα, όσο ο γάιδαρος ήταν δεμένος σ’ ένα αγρόκτημα,
“το χορτάρι του μασούσε κι ήταν τρισευτυχισμένος” οπως έγραφε ο Παπαντωνίου, ο Γιάννης αποφάσισε πως είχε έρθει η μεγάλη ώρα να γίνει κι αυτός καουμπόι. Όχι στα χαρτιά και στα περιοδικά, μα στ’ αλήθεια. Πήγε κοντά του με το ύφος του Τζιμ Άνταμς, του έπιασε το σκοινί και, χωρίς πολλή σκέψη, τον καβάλησε.
Στην άκρη του κτήματος δίπλα στον τράφο, υπήρχαν χαμηλές συκιές, με κλαδιά απλωμένα σαν χέρια έτοιμα να σε αρπάξουν. Ο γάιδαρος, γνήσιος Πελεγκρίνο κι αυτός, ενώ βρισκόταν στο κέντρο του χωραφιού, ξαφνικά σαν έτοιμος απο καιρό, στρίβει απότομα. Πριν προλάβει ο Γιάννης να καταλάβει τι γίνεται, τραβάει κατευθείαν κάτω από τις συκιές.
Τα φύλλα, τα ξερά κλαδιά, του χτυπούσαν το πρόσωπο, το γυμνό στήθος, τα χέρια. Προσπάθησε να κρατηθεί, μα ο γάιδαρος όσο πήγαινε ” ανέβαζε” ταχύτητα, ώσπου σε μια στιγμή βρέθηκε στο χώμα. Ο καουμπόι είχε πέσει άδοξα. Ο γάιδαρος συνέχισε λίγα βήματα ακόμη και ύστερα σταμάτησε στην άκρη.
Ο Γιάννης έμεινε ξαπλωμένος στο έδαφος, με τη σκόνη κολλημένη πάνω του και την ανάσα του κομμένη. Ο γάιδαρος γύρισε το κεφάλι και τον κοίταξε. Στεκόταν ακίνητος, με τ’ αυτιά σηκωμένα, και στο βλέμμα του ο Γιάννης ορκίστηκε πως είδε κάτι σαν ειρωνικό χαμόγελο.
Σηκώθηκε σιγά-σιγά, τίναξε τα χώματα και κοίταξε γύρω, μήπως τον είχε δει κανείς. Ευτυχώς, ούτε σερίφης ούτε μάρτυρας υπήρχε. Μόνο ο Γιάννης, ο γάιδαρος και οι συκιές, που είχαν πάρει κι αυτές το μέρος του γαιδάρου.
Εκείνη τη μέρα υπήρξε μονο η εκδίκηση του Καημένου.
Ούτε καουμπόι ξανάγινε ο Γιάννης. Κατάλαβε πως άλλοι ήταν φτιαγμένοι για την Άγρια Δύση κι άλλοι για να τη διαβάζουν ξαπλωμένοι στο Αλώνι, με τη φρεσκαδούρα να τους νανουρίζει και τον γάιδαρο δεμένο σε ασφαλή απόσταση.

