ΓενικάΕΙΔΗΣΕΙΣΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ- ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑΠΟΛΙΤΙΚΗ

Από τη Μανάγκουα στην Αθήνα: Η αυταπάτη του «προοδευτικού» απολυταρχισμού Γράφει ο Κώστας Χ. Βασιλάκης

Η είδηση που κατέφθασε από τη Νικαράγουα στερείται πλέον κάθε στοιχείου έκπληξης, φέρει όμως την ισχύ μιας τελεσίδικης ιστορικής επιβεβαίωσης. Ο Ντανιέλ Ορτέγκα, ο άλλοτε «comandante» της Επανάστασης των Σαντινίστας του 1979, διακήρυξε απερίφραστα αυτό που εφάρμοζε de facto εδώ και χρόνια: «Εκλογές ποτέ ξανά». Με μια κίνηση που σφραγίζει τη μετατροπή της χώρας σε οικογενειακό φέουδο —με τη σύζυγό του Ροσάριο Μουρίγιο σε ρόλο «συμπροέδρου»— ο Ορτέγκα κατάργησε την ίδια τη δημοκρατική ιδέα, βαφτίζοντας την πολιτική απολυταρχία «περιφρούρηση της επανάστασης».

Για τον αντικειμενικό παρατηρητή της διεθνούς πολιτικής, η κατάληξη αυτή αποτελεί τη φυσική εξέλιξη ενός αυταρχικού καθεστώτος. Για την εγχώρια πολιτική σκηνή, ωστόσο, και ιδιαίτερα για την παραδοσιακή ελληνική αριστερά, η δήλωση αυτή λειτουργεί ως ένας καθρέφτης που αποκαλύπτει μια χρόνια, βαρύνουσα ιδεολογική αμηχανία.

Η γοητεία του «επαναστατικού εξωτισμού»

Για δεκαετίες, η ελληνική αριστερά —τόσο στην κομματική της έκφραση όσο και στον ευρύτερο διανοητικό της χώρο— διατήρησε μια σχέση λατρείας με τα λατινοαμερικανικά καθεστώτα. Ο «αντιιμπεριαλιστικός» αντικατοπτρισμός στη Μανάγκουα, την Αβάνα ή το Καράκας προσέφερε στην εγχώρια αριστερά ένα πεδίο προβολής των δικών της ιδεολογικών φαντασιώσεων.

Ο Ορτέγκα δεν ήταν απλώς ένας ηγέτης μιας μακρινής χώρας· ήταν το σύμβολο του «δίκαιου αγώνα» απέναντι στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό. Η ανατροπή της δικτατορίας του Σομόζα παρείχε το ηθικό πιστοποιητικό που, στα μάτια των Ελλήνων υποστηρικτών του, παρέμενε ανεξίτηλο στο διηνεκές. Όταν η εξουσία ντύνεται με το ένδυμα της «προοδευτικότητας», οι δημοκρατικές ευαισθησίες της εγχώριας αριστεράς συχνά υποχωρούν μπροστά στην ανάγκη διατήρησης του ιδεολογικού αφηγήματος.

Αυτή η προσέγγιση δημιούργησε ένα σοβαρό έλλειμμα πολιτικής συνεπείας:

Επιλεκτική ευαισθησία: Καταγγελία των καταπιεστικών καθεστώτων όταν αυτά είναι δεξιάς απόκλισης, αλλά συστηματική αφασία ή δικαιολόγηση όταν οι παραβιάσεις διαπράττονται από «συντρόφους».

Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα: Η πεποίθηση ότι η «κοινωνική απελευθέρωση» υπερβαίνει τη σημασία των αστικών δημοκρατικών θεσμών.

Θεσμικός σχετικισμός: Η υποτίμηση των ελεύθερων εκλογών ως «προπετάσματος καπιταλιστικής απάτης».

Η «δημοκρατικότητα» υπό αίρεση

Το κρίσιμο ερώτημα που αναδύεται είναι το εξής: Πώς αντιλαμβάνεται την έννοια της δημοκρατίας ένα πολιτικό ρεύμα που επί σειρά ετών εξυμνούσε ηγέτες οι οποίοι κατέληξαν να φυλακίζουν την αντιπολίτευση, να εξορίζουν πολιτικούς αντιπάλους και τελικά να καταργούν τις εκλογές;

Η ελληνική αριστερά υπερηφανεύεται ιστορικά για τους αγώνες της υπέρ των ατομικών ελευθεριών και της δημοκρατίας στην Ελλάδα. Ωστόσο, η στάση της απέναντι στις διεθνείς εξελίξεις προδίδει μια βαθύτερη ιδεολογική σχιζοφρένεια. Όσο οι εκλογικές διαδικασίες εξυπηρετούν την άνοδο των «προοδευτικών» δυνάμεων, θεωρούνται η υψίστη έκφραση της λαϊκής βούλησης. Όταν όμως ο λαός απορρίπτει το αυταρχικό μοντέλο —όπως συνέβη στη Νικαράγουα, οδηγώντας τον Ορτέγκα στον φόβο της εκλογικής ήττας— τότε οι εκλογές βαφτίζονται «μηχανισμός των Γιάνκηδων» και καταργούνται.

Η σταδιακή αυτή διολίσθηση αποτυπώνεται ανάγλυφα στην εξέλιξη της στάσης της εγχώριας αριστεράς ανά τις δεκαετίες:

Επανάσταση του 1979 και Δεκαετία ’80: Η πρώτη αυτή περίοδος χαρακτηρίστηκε από άκριτο ενθουσιασμό, οργανωμένες αποστολές αλληλεγγύης από την Ελλάδα και την απόλυτη ηρωοποίηση των Σαντινίστας.

Επιστροφή στην εξουσία το 2007: Το γεγονός αντιμετωπίστηκε με ικανοποίηση και χαιρετίστηκε ως η ελπιδοφόρα «δεύτερη ευκαιρία» της αριστεράς στη Λατινική Αμερική.

Διώξεις αντιπάλων και εκλογική νοθεία (2016-2021): Η ρητορική άλλαξε, δίνοντας τη θέση της σε μια αμήχανη σιωπή, ενώ κυριάρχησε η τακτική της μετάθεσης των ευθυνών για την κρίση στις αμερικανικές κυρώσεις.

Κατάργηση Εκλογών (Σήμερα): Μπροστά στον πλήρη απολυταρχισμό, η κυρίαρχη στάση είναι η «απουσία σχολίων» ή, στην καλύτερη περίπτωση, η τήρηση μεμονωμένων και εξαιρετικά χαμηλόφωνων αποστάσεων.

Αυτή η πορεία αποδεικνύει ότι η αφοσίωση στους δημοκρατικούς θεσμούς δεν ήταν επί της ουσίας αξιακή αρχή, αλλά συχνά μια τακτική επιλογή. Η δημοκρατία, στην εργαλειακή της ανάγνωση, υφίσταται μόνο όσο παράγει το «σωστό» αποτέλεσμα.

Η ανάγκη για μια γενναία αυτοκριτική

Ο Ντανιέλ Ορτέγκα, δηλώνοντας ότι «δεν θα γίνουν ξανά εκλογές», δεν εξέθεσε μόνο τον εαυτό του. Εξέθεσε ανεπανόρθωτα και όλους όσοι επένδυσαν στο πολιτικό του κεφάλαιο, αρνούμενοι να δουν τα προφανή σημάδια του εκφυλισμού. Η μετατροπή μιας επανάστασης σε οικογενειακή δικτατορία είναι ένα μάθημα Ιστορίας που η ελληνική αριστερά οφείλει, έστω και τώρα, να διαβάσει χωρίς ιδεολογικές παρωπίδες.

Η σοβαρότητα ενός πολιτικού χώρου δεν κρίνεται από τις διακηρύξεις του όταν βρίσκεται στην αντιπολίτευση, αλλά από τα πρότυπα που επιλέγει να λατρεύει και να υποστηρίζει στο διεθνές στερέωμα. Όσο η εγχώρια αριστερά διστάζει να καταδικάσει απερίφραστα και χωρίς συμψηφισμούς τα αυταρχικά αλισβερίσια των απανταχού «συντρόφων», η διακηρυγμένη «δημοκρατικότητά» της θα παραμένει έκθετη στην κριτική και θα αντιμετωπίζεται από την κοινωνία με εύλογη καχυποψία.

Η τραγωδία της Νικαράγουας προσφέρει μια ευκαιρία καθαρμού. Για να γίνει όμως αυτό, πρέπει να ειπωθεί η αλήθεια: Δεν υπάρχει «προοδευτικός» αυταρχισμός. Η κατάργηση των εκλογών είναι η απόλυτη προδοσία της δημοκρατίας, ανεξάρτητα από το αν ο θύτης φοράει κοστούμι φιλελεύθερου τεχνοκράτη ή το στρατιωτικό χιτώνιο ενός πρώην αντάρτη.