Γενικά

Άλλη μία χρονιά χωρίς απάντηση του Γιάννη Ρεβύθη

Ποτέ δεν μπόρεσα να εξηγήσω πώς γίνεται… Πώς όλο τον χρόνο στεκόμαστε μακριά από τους ναούς, δηλώνουμε αντίθρησκοι, άθεοι, ίσως και άπιστοι; Πώς γίνεται να μη μπαίνουμε όλο τον χρόνο σε εκκλησία, ακόμα και να περνάμε από το καντούνι του Αγίου αδιάφοροι, και όταν φτάνει η παραμονή της γιορτής, όλα να αλλάζουν μέσα μας; Λες και ένα αδιόρατο κάλεσμα μάς οδηγεί όλους εκεί κοντά και μας φέρνει κάτω από το φωτισμένο καμπαναριό!

Έτσι και σήμερα, στην Κέρκυρα, όσο κι αν έχουν περάσει τόσοι αιώνες, το ίδιο φαινόμενο επαναλαμβάνεται, ζούμε τις ίδιες στιγμές. Όλα όσα είναι γύρω μας κάθε τέτοια μέρα αλλάζουν και γίνονται γιορτινά. Σήμερα που η μισή Κέρκυρα γιορτάζει και η άλλη μισή… τους γιορτάζει. Ένα νησί ολόκληρο που μοιάζει να ανασαίνει στον ρυθμό της εορτής του Πολιούχου του, του Αγίου Σπυρίδωνα.

Μεγάλωσα κοντά στο καντούνι του Αγίου, λίγο πιο πάνω από την εκκλησία. Παρέα με τον Νιόνιο, που πουλούσε κάτω από το σπίτι μας τον πάγο, δίπλα στο πρατήριο άρτου του κυρ-Κώστα και πιο πάνω από το γαλακτοπωλείο του Καμπίτση και τέτοιες μέρες, μαζί ακούγαμε τις πρόβες της Φιλαρμονικής «Μάντζαρος». Μαζί τους, κάθε παραμονή της γιορτής, από πολύ μικρός, ζούσα έντονα αυτό το ολονύκτιο προσκύνημα.

Έβλεπα τους πιστούς, ό,τι καιρό κι αν είχε, με βροχές, με κρύο, να συρρέουν αδιάκοπα από τα μακρινά χωριά. Έβλεπα την πίσω πόρτα της εκκλησίας να ανοίγει και να κλείνει αδιάκοπα, κι εγώ στεκόμουν εκεί, παιδί ακόμη, προσπαθώντας να καταλάβω. Να εξηγήσω. Από τότε αναρωτιόμουν τι ήταν αυτό που έκανε όλη την Κέρκυρα να συρρέει. Τι τους έκανε να περιμένουν με τις ώρες όρθιοι, καρτερικά, για να ανάψουν το κερί τους και να προσκυνήσουν το Ιερό Σκήνωμα του Αγίου.

Ποιο ήταν αυτό το αόρατο κάλεσμα που έφερνε κάθε χρόνο χιλιάδες ανθρώπους στην ίδια ουρά, με την ίδια καρτερικότητα, την ίδια υπομονή, το ίδιο δέος; Από μικρός είχα την απορία και ρωτούσα πολλούς ανθρώπους, αλλά απάντηση δεν έπαιρνα.

Όσο περνούσαν τα χρόνια, μεγαλώνοντας κι εγώ, κάθε τέτοια μέρα, σκεφτόμουν μήπως η πραγματικότητα γύρω μας είναι τόσο δύσκολη που ο καθένας ψάχνει για το μεταφυσικό ως λύση. Μήπως, για να ξεπεράσουμε τις δυσκολίες της ζωής, εναποθέτουμε τις ελπίδες μας στο θαύμα, ή μήπως ψάχνουμε απλώς για ένα αποκούμπι.

Και φέτος, όπως κάθε χρόνο τέτοια μέρα, τα ιδια ερωτήματα μα νομίζω πως βρίσκομαι πιο κοντά από ποτέ στην απάντηση για αυτό το ερώτημα των παιδικών μου χρόνων. Σκέφτομαι ότι δεν είναι μόνο η πίστη, άλλωστε οι περισσότεροι από αυτούς που στέκονται στην ουρά δεν είναι άνθρωποι που βλέπεις που συναντάς συχνά σε μια εκκλησία. Δεν είναι ούτε η ανάγκη για θαύμα, αν και μέσα μας όλοι κάποιο πρόβλημα έχουμε, κάτι μικρό κουβαλάμε. Δεν είναι ούτε καν ο φόβος ή η συνήθεια.

Μήπως είναι η μνήμη; Είναι η παράδοση; Ή μήπως είναι η βαθιά, άρρητη σχέση μας με όλα αυτά που συνδέουν τον τόπο μας με τον Άγιό του; Μήπως είναι οι εμπειρίες μας, όλα όσα κληρονομήσαμε χωρίς να μας τα μάθει κανείς;

Η μάνα μας, που κρατώντας το ξύλινο μπαγκούλι κάθε παραμονή της γιορτής περνούσε από νωρίς την πόρτα της εκκλησίας για το ολονύκτιο; Οι ιερείς που διάβαζαν τα θαύματα. Η Φιλαρμονική που έπαιζε δίπλα στο καντούνι. Ο ζαχαροπλάστης του Έρτσου, που από νωρίς το απόγευμα είχε βγάλει τα καζάνια και τη σακούλα με το αλεύρι κάτω από τα βόλτα για τους λουκουμάδες, και μοσχοβολούσε όλη η γειτονιά;

Μήπως είναι όλα αυτά που, χωρίς να το καταλάβουμε, έγιναν κομμάτι της ψυχής μας; Εικόνες μιας άλλης ζωής που ξέρουμε ότι έχει αλλάξει, αλλά εμείς θέλουμε να τις συγκρατήσουμε νοερά έστω, για μία και μόνο νύχτα του Δεκέμβρη;

Γι’ αυτό περνάμε το καντούνι του Αγίου και, όσο κι αν αλλάζουμε, η παραμονή του Αγίου Σπυρίδωνα θα μας βρίσκει πάντα εκεί;

Για άλλη μια χρονιά δεν έδωσα απάντηση στο ερώτημα των παιδικών μου χρόνων. Ίσως όμως, τελικά, δεν προσκυνούμε μόνο τον Άγιο. Ίσως ψάχνουμε για τον άλλον, τον χαμένο εαυτό μας, όπως ήταν κάποτε και για την άλλη Κέρκυρα που μας μεγάλωσε.

Αυτή είναι η απάντηση; Ίσως τελικά η απάντηση είναι πιο ανθρώπινη απ’ όσο πίστευα μικρός.